Α. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του νέου ΠΚ η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι ανώτερη,

 α) από 90 ημερήσιες μονάδες, όταν απειλείται ως μόνη κύρια ποινή, ή διαζευκτικά με ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας.

β) από 180 ημερήσιες μονάδες, όταν απειλείται διαζευκτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας. 

γ) από 360 ημερήσιες μονάδες, όταν απειλείται αθροιστικά με ποινή στερητική της ελευθερίας.

Β. Ύψος ημερήσιας μονάδας

Το δικαστήριο επιβάλλοντας χρηματική ποινή, οφείλει να ορίσει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων και το ύψος κάθε μονάδας.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 1 ευρώ, ούτε ανώτερο από 100 ευρώ.

Γ. Θάνατος καταδικασθέντος

Η χρηματική ποινή διαγράφεται με τον θάνατο του καταδικασθέντος. Δεν εκτελείται εναντίον των κληρονόμων του.

Δ. Επιμέτρηση της χρηματικής ποινής (άρθρο 80, παρ. 1, 2, 3, 6 ΠΚ)

Για τον προσδιορισμό των ημερήσιων μονάδων λαμβάνεται υπ όψιν η βαρύτητα της πράξης και η ενοχή του δράστη.

Για το ύψος της ημερήσιας μονάδας λαμβάνεται υπ όψιν η προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, όπως τα καθαρά έσοδα που αποκτά κατά την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε μέρα, τυχόν άλλα εισοδήματα, εν γένει την περιουσία του, και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις.

Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, ορίζεται από το δικαστήριο και η στερητική της ελευθερίας ποινή, που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς αν δεν καταβάλει την χρηματική ποινή, με διάρκεια που δεν υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής.

Ε. Σχηματισμός συνολικής χρηματικής ποινής (άρθρο 96 ΠΚ)

Ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπ όψιν εκείνη που είναι η μεγαλύτερη εκτιμώμενη σε ευρώ, ως αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των ημερήσιων μονάδων επί το ύψος της αξίας εκάστης. Η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος εκτιμάται στον τρόπο επαύξησης κατά το άρθρο 96 παρ.1 ΠΚ.

ΣΤ. Προσδιορισμός της επαύξησης της ποινής βάσης (άρθρο 96 παρ. 1, 2 ΠΚ)

Ο νόμος διαχωρίζει ανάμεσα στην περίπτωση της πραγματικής και της κατ΄ ιδέα συρροής. Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις (αληθινή πραγματική συρροή) η βαρύτερη χρηματική ποινή επαυξάνεται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος όχι όμως περισσότερο από το μισό του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών. Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με μία πράξη (αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή) η επαύξηση γίνεται ελεύθερα, όχι όμως πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.

Ζ. Δοσοποίηση  (άρθρο 80 παρ. 4 ΠΚ)

Για καταδικασθέντες, που αδυνατούν να καταβάλουν αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής, ή που η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο με την απόφαση που επιβάλλει την χρηματική ποινή, και εφ όσον ο κατηγορούμενος είναι παρών στην δίκη, καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από 3 χρόνια, ώστε ο καταδικασθείς να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. Αν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών στην δίκη, μπορεί, να ζητήσει την δοσοποίηση με μεταγενέστερη αίτησή του

Η. Αδυναμία καταβολής των δόσεων (άρθρο 80 παρ. 5 ΠΚ)

Στην περίπτωση που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος, αυτός, μετά την καταδίκη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση να διευρύνει την προθεσμία καταβολής της χρηματικής ποινής , η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 5 χρόνια, να μειώσει το ύψος της ημερήσιας μονάδας, ή να αντικαταστήσει την χρηματική ποινή με προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Τα αιτήματα μπορεί να υποβάλλονται σωρευτικά, ή διαζευκτικά, μπορούν όμως να υποβληθούν μία μόνο φορά.