Με τον νέο νόμο 4816 /2021 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 39, 40, 41 παρ.2, 42, 45 παρ.1 και 8, 48 παρ.2 περ. δ του ν. 4557/2018, με σκοπό την βελτίωση και εξορθολογισμό του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για την καταπολέμηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες µέσω του ποινικού δικαίου, με την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά µε την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες µέσω του ποινικού δικαίου, με την επικαιροποίηση του καταλόγου των βασικών αδικημάτων, την αναδιαμόρφωση των προβλεπόμενων πλαισίων ποινής και των κυρώσεων και την ευθυγράμμιση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας δέσμευσης και δήμευσης των προϊόντων του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες µε τον Ποινικό Κώδικα

Α. Πράξεις που συνιστούν ξέπλυμα χρήματος  

Με το νέο άρθρο 2 του ν. 4557/2018, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 4816/2021 οι πράξεις που συνιστούν ξέπλυμα χρήματος (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες) είναι  

1) η μετατροπή, ή η μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, µε σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή για να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του,

2) η απόκρυψη, ή συγκάλυψη, της αλήθειας, όσον αφορά τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή βρίσκεται ή την κυριότητα επ’ αυτής, ή τα σχετικά µε αυτή δικαιώματα, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα,

3) η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά τον χρόνο κτήσης, ή κατά τον χρόνο περιέλευσης της κατοχής ή της χρήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα,

4) η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα µε την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση µέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, µε σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.

Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έχουν λάβει χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφ όσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα αν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνται αξιόποινες, σύμφωνα µε τη νοµοθεσία του κράτους αυτού.

Η καταδίκη για τα αδικήματα του ξεπλύματος χρήματος είναι δυνατή, όταν αποδεικνύεται ότι η περιουσία προήλθε από συγκεκριμένο βασικό αδίκημα, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση µε κάθε λεπτομέρεια όλων των πραγματικών στοιχείων ή περιστάσεων που σχετίζονται µε την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα, µμεταξύ των οποίων και η ταυτότητα του δράστη.

Β. Βασικά Αδικήματα ξεπλύματος χρήματος

Με το νέο άρθρο 4 του ν. 4557/2018, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν. 4816 /2021 τα βασικά αδικήματα ξεπλύματος χρήματος είναι  

1) Η συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης.

Δηλαδή, η συγκρότηση δομημένης επιχειρησιακά ομάδας με διαρκή εγκληματική δράση από τρία ή περισσότερα πρόσωπα, ή η ένταξη ως μέλος σε αυτή, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, ανεξαρτήτως αν οι αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό, ή στρέφονταν κατά Έλληνα πολίτη, ή κατά νομικού προσώπου που εδρεύει στην ημεδαπή, ή κατά του Ελληνικού Κράτους, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν, του άρθρου 187 ΠΚ.

Σε εγκληματική οργάνωση θεωρείται ότι συμμετέχει και όποιος οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα, ή πλημμέλημα με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της ανηλικότητας, ή όποιος με οποιονδήποτε τρόπο παρέχει σε άλλον κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, υλικά ή άυλα, κινητά ή ακίνητα ή κάθε είδους χρηματοοικονομικά μέσα ή οδηγίες, πληροφορίες ή κατευθύνσεις ή στρατολογεί νέα μέλη, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνει ή υποβοηθά την τέλεση των εγκληματικών δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης.

2) Η συγκρότηση τρομοκρατικής οργάνωσης.

Δηλαδή, η συγκρότηση ή ένταξη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν από κοινού και επιδιώκουν την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων του άρθρου 187Β ΠΚ

3) Οι τρομοκρατικές πράξεις.

Δηλαδή, η τέλεση κακουργήματος, ή οποιουδήποτε εγκλήματος γενικής διακινδύνευσης, ή εγκλήματος κατά της δημόσιας τάξης υπό συνθήκες, ή με τέτοιον τρόπο, ή σε τέτοια έκταση, που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα, ή για διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό, ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη, ή να απόσχει από αυτή, ή να βλάψει σοβαρά, ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές ή οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού, του άρθρου 187Α ΠΚ.

4) Η εν γνώσει αξιόποινη υποστήριξη και χρηματοδότηση τρομοκρατικού εγκλήματος, η συμμετοχή σε δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, η κλοπή (άρθρο 374 Π.Κ) ή εκβίαση ( άρθρο 385 ΠΚ) ή η παραβίαση κανόνων οικοδομικής που αφορά δημόσιο έγγραφο (άρθρο 216 ΠΚ) με σκοπό την τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος των άρθρων 32 έως 35 του ν. 4689/2020.

5) Η δωροληψία και η δωροδοκία δημόσιου υπαλλήλου (άρθρα 235 και 236 ΠΚ).

Δωροληψία είναι, το να ζητά ή να λαμβάνει, ο δημόσιος υπάλληλος (στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα, ο.τ.α., ν.π.δ.δ.) για τον εαυτό του, ή για άλλον, αντάλλαγμα για να ενεργήσει, ή για να παραλείψει κάτι, που έχει σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του.

Δωροδοκία είναι να προσφέρει κάποιος, να υπόσχεται, ή να παρέχει, σε δημόσιο υπάλληλο (άμεσα ή μέσω τρίτου) οποιασδήποτε φύσης αντάλλαγμα για τον εαυτό του, ή για άλλον, για να ενεργήσει, ή να παραλείψει  κάτι, που έχει σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του.

6) Η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα ( άρθρο 396 ΠΚ).

Δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα σημαίνει ο ιδιωτικός υπάλληλος, να ζητά ή λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα για τον ίδιο, ή για άλλον, ή δέχεται υπόσχεση τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για ενέργεια ή παράλειψή του κατά παράβαση των καθηκόντων του, όπως αυτά διαγράφονται από τον νόμο, ή προκύπτουν από τη φύση της θέσης ή της υπηρεσίας του.

7) Η δωροληψία και η δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών ( άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ).

8) Η εμπορία επιρροής μεσάζοντος (άρθρα 237Α

Επιρροή μεσάζοντος θεωρείται, το να ζητεί κάποιος, ή να λαμβάνει άμεσα, ή μέσω τρίτου, ή να προσφέρει, ή να παρέχει άμεσα, ή μέσω τρίτου, οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τον εαυτό του, ή για άλλον, προκειμένου να ασκήσει αθέμιτη επιρροή, ώστε ο δημόσιος υπάλληλος να προβεί σε πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του. Επιρροή μεσάζοντος αποτελεί και η αποδοχή της υπόσχεσης παροχής ανταλλάγματος για την αθέμιτη επιρροή, την οποία ισχυρίζεται, ή επιβεβαιώνει, ότι μπορεί να ασκήσει ο μεσάζων σε δημόσιο υπάλληλο, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του.

9) Η ανθρωποκτονία µε πρόθεση κατά το άρθρο 299 ΠΚ, η βαριά σωματική βλάβη κατά το άρθρο 310 ΠΚ, η θανατηφόρα βλάβη κατά το άρθρο 311 ΠΚ, η αρπαγή κατά το άρθρο 322 ΠΚ, η εμπορία ανθρώπων κατά το άρθρο 323Α ΠΚ, η αρπαγή ανηλίκων κατά το άρθρο 324 ΠΚ και η παράνομη κατακράτηση κατά το άρθρο 325 ΠΚ.

10) Η κλοπή κατά το άρθρο 372 ΠΚ, η διακεκριμένη κλοπή κατά το άρθρο 374 ΠΚ.

11) Η υπεξαίρεση κατά το άρθρο 375 ΠΚ.

12) Η ληστεία κατά το άρθρο 380 ΠΚ.

13) Η εκβίαση κατά το άρθρο 385 ΠΚ.

14) Η απάτη κατά το άρθρο 386 ΠΚ, η απάτη µε υπολογιστή κατά το άρθρο 386Α ΠΚ, η απάτη σχετικά µε τις επιχορηγήσεις κατά το άρθρο 386Β ΠΚ.

15) Η απιστία κατά το άρθρο 390 ΠΚ.

16) Η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος κατά την παρ. 1 του άρθρου 394 ΠΚ η τοκογλυφία κατά το άρθρο 404 ΠΚ.

17) Η διευκόλυνση προσβολών της ανηλικότητας κατά το άρθρο 348 ΠΚ, η πορνογραφία ανηλίκων κατά το άρθρο 348Α ΠΚ, η προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους κατά το άρθρο 348Β ΠΚ, οι πορνογραφικές παραστάσεις ανηλίκων κατά το άρθρο 348Γ ΠΚ, η µμαστροπεία κατά το άρθρο 349 ΠΚ και η γενετήσια πράξη µε ανήλικο έναντι αμοιβής κατά το άρθρο 351Α ΠΚ.

18) Τα εγκλήματα κατά των τηλεπικοινωνιών κατά τις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 292Α, τα άρθρα 292Β, 292Γ, 292Δ και τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 292Ε ΠΚ και η παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα κατά τα άρθρα 370Α, 370Β, 370Γ, τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 370Δ και το άρθρο 370Ε ΠΚ.

19) Η παραχάραξη νομίσματος και άλλων µμέσων πληρωμής κατά το άρθρο 207 ΠΚ, η κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων και άλλων µμέσων πληρωμής κατά το άρθρο 208 ΠΚ, η καθ’ υπέρβαση κατασκευή νομίσματος κατά το άρθρο 208Α ΠΚ.

20) Η πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων κατά την παρ. 1 του άρθρου 208Γ ΠΚ, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του άρθρου 211 ΠΚ, η πλαστογραφία κατά το άρθρο 216 ΠΚ, η διακεκριμένη πλαστογραφία πιστοποιητικών κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 ΠΚ.

21) Η δωροδοκία-δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα (άρθρο 132 ν. 2725/1999.

22) Τα εγκλήματα των άρθρων 20 έως και 23 του ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών.

23) Τα εγκλήματα των άρθρων 6, 15 και 17 του ν. 2168/1993, περί θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς µμηχανισμούς.

24) Τα εγκλήματα των άρθρων 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 3028/2002, περί προστασίας των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομίας.

25) Τα εγκλήματα των παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974,  περί προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες.

26) Τα εγκλήματα των παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, περί µμετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης.

27) Τα εγκλήματα για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του άρθρου 24 του ν. 4689/2020.

28) Τα χρηματιστηριακά εγκλήματα των άρθρων 28 έως και 31 του ν. 4443/2016.

29) Τα εγκλήματα, της φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, µε την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5, και της διασυνοριακής απάτης σχετικά µε τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) του άρθρου 23 του ν. 4689/2020.

30) Της λαθρεμπορίας των άρθρων 155 έως και 157 του ν. 2960/2001.

31) Τα εγκλήματα των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986, περί προστασίας του περιβάλλοντος και των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 6 του ν. 4037/2012, για τη θαλάσσια ρύπανση και της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 743/1977, περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος.

32) Τα εγκλήματα του άρθρου 66 του ν. 2121/1993,  περί πνευματικής ιδιοκτησίας και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 45 του ν. 4679/2020, περί εμπορικών σημάτων.

33) Η πειρατεία κατά το άρθρο 215 του ν.δ. 187/1973.

34) Τα εγκλήματα της µη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, µε την εξαίρεση της περ. α΄ της παρ. 1, καθώς και της µη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια ή από διοικητικές και άλλες αρχές.

35) Κάθε άλλο έγκλημα που τιμωρείται µε ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των τριών (3) μηνών, από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος.