Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του, ή σε άλλον, παράνομο όφελος, ή για να βλάψει το κράτος, ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.

A. Ως υπάλληλος νοείται κάθε πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου.

B. Για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος από υπάλληλο απαιτείται.

α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο, ή με διοικητική πράξη, ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας,

β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και

γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη, ή σε άλλον, παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να επέλθει βλάβη στο κράτος, ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

Γ. Μεταξύ της πράξης παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους, ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος, ή η βλάβη, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η ωφέλεια, ή η βλάβη, μπορεί να είναι όχι μόνο υλική, αλλά και ηθική. Όταν ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, ή του τρίτου, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή.