Σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 309 ΚΠολΔ, «Όσες (αποφάσεις) δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση».

Από την διάταξη προκύπτει ότι, οι μη οριστικές αποφάσεις δύνανται να ανακληθούν από το εκδόσαν αυτές δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και έως την έκδοση της οριστικής του απόφασης, η δε ανάκληση προκαλείται, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, ο οποίος υποβάλλει αυτή μόνο στην διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς χωρίς στάση δίκης (ΑΠ 660/2011, ΠΠρΠατρών 122/2019).

Η αίτηση του διαδίκου περί ανάκλησης μη οριστικής απόφασης είναι επομένως παραδεκτή, μόνον όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης με νόμιμο τρόπο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που εισάγεται κλήση για την συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, γιατί τότε δημιουργείται στάση της δίκης (ΑΠ 1149/2008).

Κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ισχύει ο ανωτέρω περιορισμός της αυτοτελούς ανάκλησης, στις περιπτώσεις εκείνες, που με την μη οριστική απόφαση διατάχθηκε ένα μέτρο, η εκτέλεση του οποίου είναι ανέφικτη, ή τάχθηκε ένα εμπόδιο στη ροή της διαδικασίας, η αναμονή για την άρση του οποίου, προκειμένου να εξακολουθήσει και ολοκληρωθεί η διαδικασία, είναι μάταιη και προκαλεί άσκοπη επιβράδυνση αυτής και καθυστέρηση ικανοποίησης του δικαιώματος του δανειστή, ή πρόκειται για περιπτώσεις προφανώς εσφαλμένης μη οριστικής απόφασης που η εμμονή στην ισχύ της θα σήμαινε τη συνειδητή αναμονή μιας μάταιης διαδικασίας, η αίτηση ανάκλησης μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς και με την κλήση για κατ' ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίας δημιουργεί στάση δίκης ( ΑΠ 926/2014).

Η ανάκληση μη οριστικής απόφασης κατά τρόπο που αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 309 εδ β ΚΠολΔικ, συνιστά λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, δεδομένου ότι η εισαγωγή της υπόθεσης, με κλήση, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 926/2014).