α) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 300, 304 και 313 ΚΠολΔ η σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της δικαστικής απόφασης από τον δικαστή που εκδίδει την απόφαση και επί πολυμελούς δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και τον εισηγητή δικαστή, αποτελεί την ουσιώδη πράξη διαμόρφωσης της βούλησης του δικαστηρίου, με την έννοια ότι οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο δεν δικαιούνται να μεταβάλουν εφ εξής γνώμη.

β) Η δημοσίευση της απόφασης, η οποία επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση, αφού, στην τελευταία περίπτωση, δεν παραβλάπτεται το κύρος της δημοσίευσης, εν όψει του ότι το υπό δημοσίευση σχέδιο δεν είναι δεκτικό μεταβολών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσίευσης άλλης απόφασης από εκείνη που εκδόθηκε.

Πριν από την δημοσίευση το σχέδιο της δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί απόφαση και, συνακόλουθα, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε δέσμευση του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να επανέλθει με νέα διάσκεψη και να καταλήξει σε νέα, διαφορετική από την προηγούμενη απόφαση, αφού η τελευταία λαμβάνει υπόσταση μόνο με τη δημοσίευσή της και από αυτή το σχέδιο αποτελεί δημόσιο έγγραφο.

γ) Για την ουσιαστική, επομένως, τήρηση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ, που απαιτεί την απλή σύνταξη του σχεδίου της απόφασης, αρκεί η σύνταξη του εν λόγω σχεδίου που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, έστω και ελλιπές, δυνάμενο να διορθωθεί, είτε με τα ένδικα μέσα, είτε με τις διατάξεις των άρθρων 315 επ ΚΠολΔ περί διόρθωσης και ερμηνείας από το δικαστή που εκδίδει την απόφαση, ή τον εισηγητή δικαστή του άρθρου 341 παρ. 3 ΚΠολΔ και κατά περιεχόμενο αντιστοιχεί προς την υπόθεση που εκδικάστηκε.

δ) Το εν λόγω σχέδιο πρέπει να φέρει την χρονολογία και υπογραφή από τον δικαστή και επί πολυμελούς δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και τον εισηγητή. Η παράλειψη από το σχέδιο της απόφασης, που δημοσιεύθηκε, της χρονολογίας, η οποία, άλλωστε, συμπληρώνεται από την αναγραφομένη χρονολογία της δημοσίευσης στο πρωτότυπο της απόφασης, ή της υπογραφής του, είτε από τον πρόεδρο, είτε από τον εισηγητή, είτε από το δικαστή, που εκδίδει την απόφαση, δεν επιδρά στο κύρος της δημοσίευσης και δεν καθιστά την απόφαση ανύπαρκτη, εφ όσον η παράβαση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ δεν συνδέεται από το νόμο με κυρώσεις περί ακυρότητας του σχεδίου (ΑΠ 447/2011).

ε) Η έλλειψη της υπογραφής στο σχέδιο της απόφασης από τον εισηγητή δικαστή δεν επιδρά στο κύρος της δημοσίευσης της απόφασης και δεν καθιστά την απόφαση ανύπαρκτη και, σε κάθε περίπτωση, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

στ) Λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν, η πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν η θεώρηση του πρωτοτύπου της δημοσιευθείσας απόφασης γίνει από άλλον δικαστή, που δε μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την απόφαση (ΑΠ 447/2011).