Από τις διατάξεις των άρθρων 330 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, γεγονός για το οποίο ο οφειλέτης δεν υπέχει ευθύνη είναι το τυχηρό υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία. Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς για αυτό το πταίσμα, ή τα τυχηρά, εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται.

Α. Ειδικότερα, κατά το ουσιαστικό δίκαιο του Αστικού Κώδικα, η κατηγορία των τυχηρών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος «ανώτερη βία», περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν, ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια.

Β. Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα, τόσο στη θεωρία, όσο και στην νομολογία, διευρύνει κατ αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σε αυτά και γεγονότα «εσωτερικά». Δηλαδή, δεν απαιτεί για αυτά το στοιχείο της «έξωθεν» προελεύσεώς τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεση του δράστη, όχι, δηλαδή, με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά (ΑΠ 513/2016, ΑΠ 1346/2019).

Σημείωση

Η παραπάνω «ανώτερη βία» του ουσιαστικού δικαίου  ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια της «δικονομικής ανώτερης βίας» Διαφοροποιείται, όμως, από την «ανώτερη βία του ουσιαστικού δικαίου»  μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη (ΑΠ 178/2011, ΑΠ 366/2010, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 932/2020).