Α) Από  απόφαση πολιτικού δικαστηρίου

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται, τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα (ΑΠ 313/2018).

α) Το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφ όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

β) Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό, ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς την διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 2028/2014).

γ) Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997, ΑΠ 2028/2014)

δ) Αποκλείεται  η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν και ούτε βέβαια είναι κατ' αρχήν δυνατή η ανάλογη διεύρυνση των δεσμευόμενων από το δεδικασμένο προσώπων (ΑΠ 2028/2014).

ε) Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως με την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο της με τις προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δηλαδή, εφ όσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 2028/2014).

ζ) Δεδικασμένο δεν γεννιέται ως προς άλλες ιστορικές βάσεις στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί το επίδικο δικαίωμα, αλλά δεν προβλήθηκαν και δεν εξετάσθηκαν, ούτε καλύπτει απαιτήσεις που δεν ασκήθηκαν και τις οποίες το δικαστήριο επίσης δεν εξέτασε, όπως αυτό προκύπτει από τις αιτιολογίες της ίδιας της απόφασης.  Η ύπαρξη δηλαδή και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνον από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της, ή αν αντίθετα το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 298/2004, ΑΠ 2028/2014)

Σημείωση 1

Η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη και επιδίκασε για ορισμένο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις αποζημίωση, ή άλλες απαιτήσεις, αποτελεί δεδικασμένο και σε νέα δίκη, μεταξύ των αυτών διαδίκων, όταν αξιώνεται με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς η επιδίκαση απαιτήσεων από την αυτή βασική έννομη σχέση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν, εκτός από το χρόνο, τα υπόλοιπα περιστατικά (ΑΠ 2028/2014).

Σημείωση 2

Αν με αγωγή, που προηγήθηκε, αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης μέρος μόνον της όλης απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο γεννιέται μόνον ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν προβλήθηκε και ούτε από το δικαστήριο κρίθηκε. Μπορεί ο δικαιούχος να ζητήσει ακολούθως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης με νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο(ΑΠ 2028/2014).

Σημείωση 3

Ωστόσο, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης, δηλαδή θεώρησε ότι η απαίτηση, όπως ασκήθηκε, αποτελεί την όλη απαίτηση, αποκλείεται να ζητηθεί με νέα αγωγή και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν μόνον αυτή που επιδικάστηκε. Στην περίπτωση αυτή η νέα αγωγή δεν αφορά μέρος απαίτησης, που δεν ασκήθηκε με προηγούμενη αγωγή, δηλαδή δεν πρόκειται για αγωγή μέρους, αλλά για αγωγή συμπληρωματική απαίτησης, που ασκήθηκε με προηγούμενη αγωγή ως αποτελούσα την όλη απαίτηση (ΑΠ 2028/2014).

Σημείωση 4

Δεδικασμένο παράγεται και από λανθασμένη απόφαση (ΑΠ 659/2003, ΑΠ 2028/20140).

Σημείωση 5

Δεδικασμένο παράγεται και από απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνεται η διαφορά, όπως ακριβώς και επί καταψηφιστικής αγωγής (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 313/2018).

Σημείωση 6

Αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις, που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων, αν δεν χωρεί κατ' αυτών αναίρεση ή αναψηλάφηση, δεν καθίστανται ανενεργείς, αλλά ισχύει το δεδικασμένο εκείνο που προέρχεται από τη νεότερη κατ' έκδοση απόφαση (ΑΠ 493/2011).

Σημείωση 7

Λαμβάνοντας υπ όψιν το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 72Α ΠΚ, ως και τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου (αστικού, ή διοικητικού), το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενέστερα, είτε επί των αστικών αξιώσεων του κατηγορουμένου (ή του υπόπτου), είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου-πρώην κατηγορουμένου (ΑΠ 1364/2011, 302/2016, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 390/2019).

Κατ' άλλη άποψη  ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό, ή διοικητικό δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική απόφαση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του και συνεπώς το δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπ όψιν του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται απ' αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του δικαστηρίου, που οδηγεί σε αποδεικτικό αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωσή και παραβιάζεται έτσι, το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 72Α ΠΚ, ως και οι παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις ΕΣΔΑ και Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015).

Εν όψει των διισταμένων απόψεων, το θέμα έχει παραπεμφθεί στην  τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ 390/2019, ΑΠ 271/2020).

Σημείωση 8

Αν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ορισμένο ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο, που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας σε μεταγενέστερη δίκη με αίτημα την απόδοση του ιδίου ακινήτου ή τμήματος αυτού, καθ όσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα του τρόπου, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε. Ταυτότητα αντικειμένου της δίκης υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία με την προηγουμένη τελεσίδικη απόφαση ο ενάγων αναγνωρίσθηκε έναντι του εναγομένου κύριος, ή φορέας άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί μείζονος εδαφικής έκτασης, ενώ με την δεύτερη διεκδικητική αγωγή κατά του ίδιου εναγομένου ή των διαδόχων του διώκεται η απόδοση εδαφικού τμήματος, περιλαμβανομένου στην μείζονα αυτή έκταση. Τούτο δε, γιατί στο τελεσιδίκως αναγνωρισθέν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος επί του όλου ακινήτου, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε εδαφικό τμήμα, εμπίπτον στην μείζονα έκταση. Στην περίπτωση, όμως, που με τη δεύτερη αγωγή ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας μείζονος της, ήδη τελεσιδίκως, αναγνωρισθείσας έκτασης δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το πλέον αυτής (αρχικώς αναγνωρισθείσας έκτασης) διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα (ΑΠ 488/2020).

Β. Από  απόφαση ποινικού δικαστηρίου

α) Δεδικασμένο στις ποινικές υποθέσεις πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για την βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κατά την νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στην πράξη.

β) Δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως πλημμελειοδικών με την οποία, κατ άρθρο 43 παρ. 3 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ( ΑΠ 484/2020).

Σημείωση 1

Η κρίση του ποινικού δικαστηρίου επί προδικαστικών ζητημάτων αστικής φύσης δεν δημιουργεί δεδικασμένο(ΑΠ 484/2020).

Σημείωση 2

Το ποινικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, την οποία εκτιμά ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (ΑΠ 484/2020). 

Σημείωση 3

Οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ,ή ανάλογη δέσμευση, γιατί η αρχή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου Κράτους (ΑΠ 1255/2020).

Γ. Από  απόφαση διοικητικού δικαστηρίου

α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 197 παρ. 1 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, εφ όσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το ουσιαστικό, ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφ όσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό (ΔιοικΕφΑθ 5343/2017).

β) Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφ όσον η απόφασή του γι’ αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα.

Σημείωση 1

Οι αποφάσεις του ΣτΕ και των διοικητικών εφετείων, όταν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια για το διοικητικής φύσεως ζήτημα που το δικαστήριο έλυσε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης (ΑΕΔ 1286/2011).

Σημείωση 2

Αντιθέτως τα πολιτικά δικαστήρια δεν δεσμεύονται από την παρεμπίπτουσα κρίση των διοικητικών δικαστηρίων για έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Σημείωση 3

Τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης (ΔιοικΕφΑθ 5343/2017).