Κατά την διάταξη του άρθρου 152 παρ. 2 ΚΠολΔ το πταίσμα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου οφείλει να προβαίνει έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς και υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και επιμελή ενέργεια, ώστε να καταλείπεται σε αυτόν μέχρι την λήξη της αντίστοιχης δικονομικής προθεσμίας, χρόνος επαρκής, αξιοποιήσιμος και σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρέλκυσης των δικών, αξιοποιητέος για την διενέργεια της συγκεκριμένης διαδικαστικής ενέργειας

Επομένως ο ισχυρισμός, ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων έγινε από ανωτέρα βία και ανυπέρβλητο κώλυμα στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος διαδίκου, συνιστά μεν αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠολΔ ασκείται με τις εκπρόθεσμες προτάσεις, πλην όμως δεν συνιστά ανωτέρα βία και ανυπέρβλητο κώλυμα, γιατί η κατάθεση των προτάσεων δεν προϋποθέτει πράξη γενομένη αποκλειστικώς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά μπορεί να γίνει με ανάθεση και σε άλλον και δη στον παραστάντα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δικηγόρο (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 178/2011).