Η δικαστική εγγυοδοσία επιβάλλεται με δικαστική απόφαση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Η επιβολή της εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την φερεγγυότητα του κατά του οποίου επιβάλλεται και με άλλες περιστάσεις, υπό τις οποίες τελεί η εξασφαλιζόμενη απαίτηση, ή το εξασφαλιζόμενο δικαίωμα.

Σημείωση

α) Η δικαστική εγγυοδοσία διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης (βλ. ανάρτηση «Σύμβαση εγγύησης και ευθύνη εγγυητή»).

β) Η δικαστική εγγυοδοσία διαφέρει και από την σύμβαση εγγυοδοσίας (βλ. ανάρτηση «Σύμβαση εγγυοδοσίας»).

Α. Η δικαστική εγγυοδοσία προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και διατάσσεται με δικαστική απόφαση στις παρακάτω περιπτώσεις.

1) Επί δικαστικών εξόδων

Ύστερα από αίτηση (ένσταση) α) του εναγομένου, β) του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση, ή ένδικο μέσο, το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα, ή τον διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση, ή ένδικο μέσο, για τα δικαστικά έξοδα, αν κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεσθεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του (άρθρο 169 ΚΠολΔ).

Σημείωση 1

Στην παραπάνω περίπτωση, δεν επιτρέπεται εγγυοδοσία, 1) αν ο ενάγων ή ο διάδικος που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο έχει το ευεργέτημα της πενίας, 2) σε περίπτωση ανταγωγής, 3) στις γαμικές διαφορές, στις διαφορές που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων και γενικά στις μη περιουσιακές διαφορές, 4) στις διαφορές διατροφής, 5) στις διαφορές από συναλλαγματικές ή άλλους τίτλους εις διαταγήν, 6) στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 170).

2) Επί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 694 ΚΠολΔ).

3) Επί κηρύξεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής (άρθρο 911 ΚΠολΔ).

4) Επί ασκήσεως ανακοπής ή εφέσεως (άρθρο 912 παρ. 1 ΚΠολΔ), ή αναιρέσεως (άρθρο 565 ΚΠολΔ).

5) Επί αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 938 ΚΠολΔ).

6) Επί ανοχής ή παράλειψης πράξης (άρθρο 947 ΚΠολΔ).

Β. Υποβολή αίτησης για εγγυοδοσία

Η αίτηση (ένσταση) πρέπει να υποβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ. γ ΚΠολΔ).Το δικαστήριο καθορίζει το ποσό της εγγύησης και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει.

Γ. Πως γίνεται η εγγυοδοσία

Η εγγυοδοσία γίνεται κατόπιν αιτήματος του υποχρέου, συνήθως με κατάθεση μετρητών χρημάτων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ή με εγγυητική επιστολή αξιόχρεης τράπεζας. Το γραμμάτιο της κατάθεσης πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που διέταξε την εγγυοδοσία, μέσα στην  προθεσμία που όρισε το δικαστήριο που την διέταξε (163 ΚΠολΔ).

Σημείωση 2

Επιτρέπεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αντί για μετρητά χρήματα, η εγγύηση να δοθεί 1) με τίτλους παραστατικούς αξίας, στους οποίους πρέπει να είναι προσαρτημένα τα μη ληξιπρόθεσμα τοκομερίδια ή οι μη απαιτητές μερισματαποδείξεις, 2) με εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα.

Δ. Ανάκληση   

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία κατάθεσης της εγγυοδοσίας που όρισε το δικαστήριο που την διέταξε, το δικαστήριο, με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία, ανακαλεί  την αγωγή, κύρια παρέμβαση, ή το ένδικο μέσο. Η ανάκληση αυτή αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης, ή του ένδικου μέσου (άρθρα 171, 172 και 162 ΚΠολΔ, ΑΠ 1875/2014, ΠολΠρΠειρ 4625/2017).

Ε. Άρση - Κατάπτωση εγγύησης   

Αν πάψει η αιτία για την οποία δόθηκε η εγγύηση, αυτή αίρεται και αν πραγματοποιηθεί ο λόγος για τον οποίο δόθηκε, επέρχεται κατάπτωση της εγγύησης υπέρ εκείνου, για τον οποίο είχε δοθεί. Σχετικά αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο, όταν αυτό είχε διατάξει την εγγύηση, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (168 ΚΠολΔ).

Σημείωση 3 

Η εκδιδόμενη απόφαση για την άρση, ή κατάπτωση, της εγγυοδοσίας δεν υπόκειται σε κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, παρά μόνο σε ανάκληση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ (ΜονΠρΠειρ 261/2020).

Σημείωση 4

Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο ακόμη και αν η εγγύηση δόθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 375/1997).

Σημείωση 5

Με την δικαστική απόφαση ο δικαιωθείς μπορεί να ζητήσει την ανάληψη από τον αρμόδιο γραμματέα του δικαστηρίου του παρακατατεθέντος σε αυτόν γραμματίου, ή της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας. Μόνο στην περίπτωση που ο γραμματέας αρνείται να προβεί στην απόδοση της εγγύησης το δικαστήριο μπορεί να τον υποχρεώσει σε απόδοση της κατατεθείσας εγγύησης, με αγωγή περί καταδίκης του σε σχετική ενέργεια κατά την τακτική διαδικασία. 

ΣΤ. Η δίκη για την κατάπτωση, ή άρση, της εγγύησης

α) Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου περιορίζεται στο να διατάξει την κατάπτωση της κατατεθείσας εγγύησης υπέρ του αιτούντος υπό του καθ` ου η αίτηση οφειλέτη, ή τρίτου, και την απόδοση στον αιτούντα της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας, ή του παρακατατεθέντος στον γραμματέα του δικαστηρίου γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών, ή αντιστρόφως την απόδοση της εγγύησης στον αιτούντα καταθέσαντα, λόγω παύσης της αιτίας για την οποία αυτή δόθηκε.

β) Το δικαστήριο με βάσει τις αποδείξεις που θα προσκομισθούν, θα αποφασίσει για την άρση, ή την κατάπτωση της εγγύησης.  Η απόφαση που θα εκδοθεί, επιλύει οριστικά την διαφορά, και υπόκειται στο ένδικο μέσο της έφεσης και  το Εφετείο αποφασίζει τελεσίδικα για την άρση, ή την κατάπτωση της εγγύησης (ΑΠ 465/2009, ΕφΠειρ 284/2015). 

γ) Η δίκη για την κατάπτωση, ή άρση, της εγγύησης διεξάγεται μεταξύ υπόχρεου και δικαιούχου και όχι μεταξύ της Τράπεζας, ή του Τ.Π.Δ. και μόνο όταν αυτά αρνούνται την απόδοση δημιουργείται δίκη με διάδικο αυτά, κατά την τακτική διαδικασία.

Σημείωση 6

Ιδιομορφία παρουσιάζει  η εγγυητική επιστολή ως προς την οποία, η Τράπεζα σε σχέση με τον δικαιούχο δεν εξετάζει τη δημιουργία αξιώσεώς του και αρκείται στην καταβολή, όταν ζητηθεί η κατάπτωσή της, ή η άρση της, και αποδεικνύεται η πραγματοποίηση του λόγου με προσκομιδή της σχετικής απόφασης. Η απόφαση που διατάζει την κατάπτωση, ή την άρση και την απόδοση της εγγυητικής επιστολής δεν απαγγέλλει καταψήφιση προς πληρωμή του ποσού, η δε δίκη διεξάγεται μεταξύ του καταθέτη και του υπερ ου η εγγύηση (δικαιούχου) και όχι μεταξύ του καταθέτη, ή δικαιούχου, και της Τράπεζας ή του Τ.Π.Δ. (ΜονΕφΠειρ 614/2019).

Σημείωση 7

Η αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου που διέταξε την εγγύηση, όπως η παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής λόγω μεταγενέστερης έκδοσης σχετικής απόφασης επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ή η μη άσκηση αγωγής εντός τριάντα ημερών του άρθρου 693 ΚΠολΔ, δεν καθιστά περιττή την διαδικασία του άρθρου 168 ΚΠολΔ.

Σημείωση 8

Σε περίπτωση που η εγγύηση διατάχθηκε ως όρος αναστολής της εκτελεστής απόφασης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου, αν το ένδικο μέσο δεν ευδοκιμήσει και επικυρωθεί η ανασταλείσα απόφαση, θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε ο λόγος παροχής της εγγύησης, και επέρχεται η κατάπτωσή της υπέρ αυτού, που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει (ΑΠ 465/2009).