Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, θα εφαρμόσει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση, που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί, ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευτικού.

Στην περίπτωση όμως που το Εφετείο, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση δικάσει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συμμορφούμενο προς την γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, θα εφαρμόσει τον νέο νόμο, εάν αυτός ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της δίκης της απόφασης που κρίνει στην ουσία της, ασχέτως αν ο νέος νόμος έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 1421/2010).