Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Α. Κατά την έννοια της διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).

Σημείωση 1

Ειδική περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος αποτελεί η αποδυνάμωση του δικαιώματος. Απαιτείται η συνδρομή αδράνειας του δικαιούχου, εξακολούθηση αυτής για μακρό χρόνο και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων όπως γνώση του δικαιούχου της νέας κατάστασης, σύμπραξης στην κατάσταση αυτή και απραξία όχι από εύλογη αιτία. Η ανωτέρω κατάσταση εξετάζεται σε συνδυασμό με την υποκειμενική θέση του υποχρέου απέναντι σε αυτή, όπως η δημιουργία, ευλόγως, πεποίθησης για την ανυπαρξία δικαιώματος άλλου, ή την παραίτησή του από αυτό, και τις επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η ανατροπή της κατάστασης γι’ αυτό. Στη περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί, κατ' αρχήν, μόνο η για μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά, η οποία να δημιουργεί εύλογη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει πλέον ο δικαιούχος το δικαίωμά του (ΑΠ 156/2007).

Σημείωση 2

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Β. Η κατάχρηση δικαιώματος συνιστά παράβαση νόμου και αποτελεί παράνομη πράξη. Ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται

Συνέπεια 1

Να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία, ή η επιδίωξη της ικανοποίησής της έναντι του οφειλέτη απαίτησης του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη, ως καταχρηστική,

Συνέπεια 2

Να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και

Συνέπεια 3

Να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφ όσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 2/2019, ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).

 

 

Αοριστία αγωγής, συνέπειες

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ΄, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει,  

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου και

β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή.

Σημείωση 1

Τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι ικανά και αναγκαία για την θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά.

Σημείωση

Η σαφή έκθεση των γεγονότων και η ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς στο δικόγραφο είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, αφ ενός στο δικαστήριο να κρίνει την νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, αφ ετέρου για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, με ανταπόδειξη, ή ένσταση.

Συνέπεια 1

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνέπεια 2

Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο, ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης και επιφέρει το απαράδεκτο αυτού, και η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη μετά από αίτημα του εναγομένου, αλλά και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας είναι υποχρεωτική (ΑΠ 250/2011).

Συνέπεια 3

Σε περίπτωση αμφιβολίας περί της πληρότητας ή όχι του δικογράφου, λογίζεται έγκυρη η αγωγή, εφ όσον οι ελλείψεις του δικογράφου της δε δυσχεραίνουν την ανταπόδειξη (ΕφΠειρ 187/2005, ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).