Σύμφωνα με το άρθρο 285 ΑΚ δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου, κατά δε το άρθρο 286 ΑΚ, εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίωση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο. Σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότρίων.

Α. Κατάσταση ανάγκης είναι η κατάσταση στην οποία τελεί εκείνος ο οποίος εξ ανάγκης κατέστρεψε, ή έβλαψε, ξένο πράγμα, για να αποτρέψει επικείμενο κίνδυνο, ο οποίος επαπειλούσε δυσανολόγως μεγαλύτερη ζημία στον καταστρέψοντα, ή σε άλλον.

Β. Η διάταξη του άρθρου 285 ΑΚ έχει την έννοια ότι, εκείνος που ενήργησε σε κατάσταση ανάγκης και κατέστρεψε, ή έβλαψε, ξένο πράγμα, δεν ενεργεί παράνομη πράξη, υπό την προϋπόθεση,

α) Ότι υφίσταται επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί ζημία, είτε στον ίδιο τον ενεργήσαντα, είτε σε άλλον. Ο κίνδυνος είναι δυνατόν να προέρχεται, είτε από φυσικό γεγονός, είτε από το ίδιο το καταστρεφέν πράγμα, είτε από ενέργεια τρίτου, ο οποίος δεν εχρησιμοποίησε το πράγμα,

β) Ότι ο κίνδυνος απειλεί ζημία για τον ενεργούντα, ή για τρίτον, δυσαναλόγως μεγαλύτερη της προξενουμένης από την καταστροφή του πράγματος στον ιδιοκτήτη του. Προκειμένου για κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητος, τα αγαθά αυτά είναι δυσαναλόγως μεγαλυτέρας αξίας από την ζημία του πράγματος, γιατί η ζωή και η υγεία είναι πάντοτε αγαθά υπέρτερα από την περιουσία και

γ) ότι η καταστροφή ή η βλάβη του ξένου πράγματος πρέπει να καθίσταται αναγκαία προς αποτροπή του επικειμένου κινδύνου. Κατά πόσον η ενέργεια αυτή ήταν αναγκαία, ή η αποτροπή μπορούσε να επιτευχθεί και με άλλο ηπιώτερο μέτρο ή μέσον, κρίνεται όχι από την υποκειμενική αντίληψη του ενεργούντος, αλλά αντικειμενικώς.

Γ. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, η καταστροφή, ή η βλάβη, του ξένου πράγματος δεν αποτελεί παράνομη πράξη. Επειδή, όμως, δεν είναι δίκαιο, σε κάθε περίπτωση, να μείνει χωρίς αποζημίωση ο υποστάς την ζημία του πράγματος, επαφίεται στον δικαστή να επιδικάσει κατά τις περιστάσεις εύλογη αποζημίωση στον ζημιωθέντα, καθιερώνοντας επιτακτικώς υποχρέωση σε αποζημίωση μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ενεργήσας προκάλεσε υπαιτίως τον κίνδυνο (ΑΠ 129/2014, ΑΚ 130/2014).

Σημείωση

Ο ισχυρισμός περί κατάστασης ανάγκης αποτελεί γνήσια, αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση και για το ορισμένο της ένστασης αρκεί η επίκληση της αναγκαιότητας της αποτροπής επικειμένου κινδύνου, που απειλεί ζημία δυσανάλογα μεγαλύτερη από την πραγματοποιούμενη με την επιχειρούμενη πράξη της καταστροφής ξένου πράγματος, η οποία, ως θεμελιωτικός της αγωγικής αξίωσης ισχυρισμός, δεν περιλαμβάνεται στο πραγματικό του άρθρου 285 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί στοιχείο για το ορισμένο της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο ένστασης (ΑΠ 168/2011).

Δ. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαστής κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί αποζημίωση, αυτή δεν στηρίζεται στο άδικο της ενέργειας, γιατί αυτή δεν είναι παράνομη, αλλά έχει ως αιτιολογία την ισότητα και την επιείκεια. Εάν όμως δεν υφίστανται οι όροι της καταστάσεως ανάγκης, η πράξη του ενεργήσαντος και η υποχρέωση προς αποζημίωση θα κριθεί κατά τις αρχές για την αδικοπραξία (ΑΠ 129/2014, ΑΚ 130/2014).