Αν από το δικόγραφο της αγωγής λείπουν τα απαιτούμενα στοιχεία, αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων.

α) Από την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής», προκύπτει ότι παρέχεται ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει, ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 1807/1990).

β) Όταν λείπουν από τη βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, τότε η αγωγή πάσχει από νομική αοριστία και είναι νόμω αβάσιμη (ΑΠ 1494/2008, ΑΠ 1611/2008).