Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη των δανειστών, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, γιατί η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, ρυθμίζεται από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ στις αστικές διαφορές, όπου ενδέχεται να εφαρμοστούν συμπληρωματικά και οι διατάξεις περί αδικοπραξιών, και από το άρθρο 397 ΠΚ στις ποινικές διαφορές.

1) Ως απαλλοτρίωση, σύμφωνα με το άρθρο 939 ΑΚ, θεωρείται κάθε διάθεση, ή εκποίηση, με δικαιοπραξία, ή άλλη ενέργεια του οφειλέτη, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μη αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του. Διάθεση αποτελεί όχι μόνον η μεταβίβαση, αλλά και η αλλοίωση, κατάργηση δικαιώματος του οφειλέτη. Η απαλλοτρίωση αφορά κάθε περιουσιακή αξίωση του δανειστή και επομένως και τις ενοχικές αξιώσεις, που έχουν ως αντικείμενο το πράγμα.

Σημείωση 1

Δεν αποτελεί απαλλοτρίωση η αποποίηση από τον οφειλέτη κληρονομίας ή κληροδοσίας.

Δεν θεωρείται απαλλοτρίωση η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους.

Η δόση αντί καταβολής είναι απαλλοτρίωση

α) Σύμφωνα με τα άρθρα 939 και 941  ΚΠολΔ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, αν ο υπέρ του οποίου έγινε τρίτος γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι, α) σύζυγος του οφειλέτη, β) συγγενής του σε ευθεία γραμμή, ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος, έως και τον τρίτο βαθμό, γ) από αγχιστεία έως το δεύτερο.

Σημείωση 2

Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Σημείωση 3

Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου (942 ΑΚ)

β) Το προς διάρρηξη δικαίωμα ασκείται με αγωγή, κυρία παρέμβαση, αλλά και κατ' ένσταση κατά του οφειλέτη, ή του τρίτου, ή και αμφοτέρων. Τα στοιχεία της περί διαρρήξεως αγωγής, ή της ένστασης του δανειστή, είναι, α) η απαλλοτρίωση, β) η πρόθεση βλάβης, η οποία ενυπάρχει, όταν ο οφειλέτης ενεργεί με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης του δανειστή, γ) ο τρίτος προς τον οποίον η απαλλοτρίωση πρέπει να τελεί σε γνώση της πρόθεσης του οφειλέτη για ματαίωση της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή αυτός να μετέχει του δόλου του οφειλέτη, όταν λαμβάνει από αυτόν εξ επαχθούς αιτίας, δ) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, όταν η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

γ) Αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι η απαγγελία της διαρρήξεως της προσβαλλομένης απαλλοτριώσεως υπέρ του ενάγοντος - δανειστή, χωρίς να απαιτείται η υποβολή αιτήματος αναμεταβιβάσεως του απαλλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο στον οφειλέτη, ούτε σώρευση στη σχετική αγωγή αιτήματος για καταδίκη του τρίτου, κατά το άρθρο 949 ΑΚ, σε δήλωση βουλήσεως προς αναμεταβίβαση του απαλλοτριωθέντος στον οφειλέτη. Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που απαγγέλει τη διάρρηξη και όταν το αντικείμενο της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι ακίνητο, τότε μετά και την σημείωση της απόφασης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ο δανειστής μπορεί να κατάσχει στην περιουσία του οφειλέτη το αντικείμενο που αυτός είχε απαλλοτριώσει σαν αυτό να μην είχε εκφύγει ποτέ της περιουσίας του. Η εκτέλεση στρέφεται κατά του οφειλέτη, ο δε τρίτος είναι ξένος προς την εκτελεστική διαδικασία (ΑΠ 554/2005).

Σημείωση 4

Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση (943 ΑΚ)

Σημείωση 5

δ) Η απαγγελία της διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο, αλλά μόνο ανάμεσα στον τρίτο και στον ενάγοντα δανειστή και μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του τελευταίου, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό (ΑΠ 1127/2005).

ε) Εν όψει του γεγονότος ότι είναι δυνατόν ο τρίτος που απέκτησε καταδολιευτικώς το ακίνητο, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν από την έκδοση της περί διαρρήξεως αποφάσεως, την τελεσιδικία της και την, κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, σημείωση της περί διαρρήξεως απόφασης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξεως, ο δανειστής έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υπό την συνδρομή των γενικών προϋποθέσεων, είτε του επικείμενου κινδύνου, είτε της επείγουσας περίπτωσης, για τη διασφάλιση του αντικειμένου της δίκης και ενόσω αυτή διαρκεί, με κυριότερο ασφαλιστικό μέτρο αυτό της εγγραφής επί του ακινήτου προσημείωσης υποθήκης.

Σημείωση 6

Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση.

2) Η καταδολίευση δανειστών δεν αποτελεί αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Είναι δυνατή, όμως, η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα, ή βαρύτερα, από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ.

α) Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ, ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Η  συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το «δόλο του οφειλέτη» και την «γνώση του τρίτου», που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα.

β) Για την δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια, ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ  184/2020).

Σημείωση 7

Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία ο τρίτος, αν ήταν καλόπιστος, ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

3) Ακόμη η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 397 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο «1. Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του: α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει ή απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες. 3. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων αν η περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον δανειστή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. 4. Οι ποινές των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται και σε εκείνον που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη».

α) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, α) με βλάβη, καταστροφή, ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών, ή ψευδών δικαιοπραξιών, από τον οφειλέτη.

β) Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη, ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής.

γ) Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και την θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους (ΑΠ 339/2019, ΑΠ 148/2020).