Η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση την τήρηση του καθήκοντος αληθείας από τους διαδίκους, τους νομίμους αντιπροσώπους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των. Αυτοί οφείλουν, να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς, όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.

Α. Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας και γενικότερα η παράβαση της αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης συνεπάγεται δικονομικές κυρώσεις (επιβολή χρηματικής ποινής, καταδίκη στα έξοδα κλπ), και πειθαρχική ευθύνη του πληρεξούσιου δικηγόρου, ενδεχόμενα δε και ποινική ευθύνη του παραβάτη.

Β. Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος και έτσι απαγορεύεται στα ανωτέρω πρόσωπα, αφ ενός να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφ ετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς.

Γ. Αν ο εν γνώσει, ψευδόμενος ενώπιον του δικαστηρίου διάδικος, είναι αυτός που προβάλλει επιθετικά τον αναληθή ισχυρισμό με αβάσιμη αγωγή ή ένσταση, τότε στοιχειοθετείται απάτη επί δικαστηρίου (άρθρο 368 ΠΚ), όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά μέσα (ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 3098/1986, ΕφΑθ 5454/1986, ΕφΛαρ 97/2010).

Δ. Παρ ότι η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας επισύρει κατά του παραβάτη ποινές τάξης κατ’ άρθρο 205 ΚΠολΔ, δεν παρέχει πάντοτε στον αντίδικο του παραβάτη, που ενδεχομένως βλάπτεται από αυτή στα περιουσιακά του δικαιώματα ή την προσωπικότητά του, την δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Έτσι, εκείνος που άσκησε εν γνώσει του ουσιαστικά αβάσιμη αγωγή, η οποία παρ’ όλα αυτά έγινε δεκτή τελεσίδικα, δεν είναι επιτρεπτό, ακόμα και όταν η συμπεριφορά του εμπίπτει στις προβλέψεις του άρθρου 919 ΑΚ, να εξαναγκαστεί δικαστικά σε αποζημίωση, ή σε χρηματική ικανοποίηση, για ό,τι ο αντίδικός του έχασε, ή έπαθε εξ αιτίας της τελεσίδικης παραδοχής της αβάσιμης αγωγής (ΕφΠειρ 51/2019).

Ε. Αντίθετα, όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας πληροί τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ) αν δε αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4769/1984, ΕφΑθ 4769/1984).

ΣΤ. Στην περίπτωση που δεν παρήχθη δεδικασμένο, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφ όσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται με αυτό. Απαιτείται όμως η παράβαση του καθήκοντος αληθείας να έγινε δολίως κατά τρόπο που αντιβαίνει τα χρηστά ήθη κλπ, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 ΑΚ (ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 4769/1984).