Κατ άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Κατ' άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο αποβιώσας, δεν έχει υπόσταση και χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη.

Α. Αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια προτού περατωθεί η δίκη αμετακλήτως, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνεπεία όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επανάληψης διαδικαστικές πράξεις να λογίζονται άκυρες.

Β. Αν ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, ή μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της απόφασης ένδικα μέσα πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των κληρονόμων, εκ του νόμου, ή, εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος (άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ). Αν απευθυνθούν κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο διάδικος είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου, προτού ασκηθεί το ένδικο μέσο.

Γ. Το ένδικο μέσο, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατό του ο ασκών το ένδικο μέσο, δεν είναι άκυρο και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο, ή εμφανίζονται, κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα των κληρονόμων στη θέση του θανόντος.