Α. Από την διάταξη του άρθρου79 παρ. 1 ν.  5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, 

α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο,

β) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου, ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας,

γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή εντός  (8) ημερών από της επομένης της εκδόσεώς της και

δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως, ή της πληρωμής.

Β. Επιπλέον απαιτείται  και το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή γνώση και θέληση των στοιχείων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο, ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.

Γ. Δράστης του εγκλήματος είναι μόνο ο εκδίδων επιταγή χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που υπογράφει το έγγραφο της επιταγής και το θέτει σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή. Επί εκδότη νομικού προσώπου, το φυσικό πρόσωπο, που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη πιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής από το λογαριασμό της εταιρίας.

Δ. Όταν η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79, 28 και 29 εδ. α' και δ' του ν. 5960/33, το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής συντελείται, όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί, ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής εκδόσεως και την ημέρα, κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, από την επομένη της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα εκδόσεως (Ολ. Α.Π. 123/1981, Ολ. Α.Π. 46/1980). ΑΠ 1922/2016

Ε. Κάθε ισχυρισμός, που ανάγεται στην αιτία έκδοσης και μεταβίβασης της επιταγής δεν επηρεάζει το αξιόποινο της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη, ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παρανόμου της αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή, ως αξιόγραφο, έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας (ΑΠ 1922/2016).