Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδάφ. α -δ του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης, ή ο κομιστής, επιταγής μπορεί να την διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές, που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση, ή αν φέρει την μνεία "τραπεζίτης", ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δύο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 εδάφ. α και γ του ίδιου νόμου,  επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη, ή σε πελάτη αυτού, τραπεζίτης, δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του, ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών. Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα πελάτη τράπεζας αρκεί το άνοιγμα λογαριασμού, εφ όσον η τράπεζα προβεί στις απαιτούμενες προηγούμενες επαληθεύσεις.

Κατά το εδ. ε του ίδιου άρθρου 38, σε περίπτωση που ο πληρωτής, ή ο τραπεζίτης, δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι του ποσού της επιταγής (ΑΠ 659/2011, ΑΠ 1874/2013, ΑΠ 1344/2017).

Σημείωση

Επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη, ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της σφραγίσεως, ή της ίδιας της επιταγής, αλλά μόνο γεννάται υποχρέωση του πληρωτή, ή του τραπεζίτη, προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.

Σημείωση

Η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για την μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως.

Σημείωση

Η ποινική ευθύνη του εκδότη αυτής είναι όμοια με αυτήν του εκδότη της κοινής τραπεζικής επιταγής.