Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσης της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφ όσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν, ότι η πληρωμή της οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 επ. ΑΚ), επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε, ή ήταν ανύπαρκτη, ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί.

Η ανυπαρξία, ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής, δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει, όμως, στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου, χωρίς νόμιμη αιτία, την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό. Για την προβολή της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη. Τους ισχυρισμούς αυτούς, για έλλειψη υποκείμενης αιτίας, ο υπογραφέας μπορεί να τους προτείνει, τόσο έναντι εκείνου, ο οποίος αμέσως συνδέεται μαζί του, όσο και κατά των υπόλοιπων δικαιούχων από την επιταγή, μόνο όμως με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 (ΑΠ 651/2011, ΑΠ 1555/2012).

Ενστάσεις κατά κομιστή επιταγής

Κατά την διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη, ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Σημείωση

Κατ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφ ενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σε αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται, έτσι, η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται, Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 362/2014, AΠ 1456/2007).