Σύμφωνα με το άρθρο 60 Κώδικα Δικηγόρων

Εργολαβικό δίκης, είναι η έγγραφη συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, η οποία εξαρτά την αμοιβή, ή το είδος αυτής, από την έκβαση της δίκης, ή του αποτελέσματος της εργασίας, ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή.

Α. Το εργολαβικό που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει την δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος, ή υποκατάστατός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης.

Β. Αν δεν περιέχεται στην συμφωνία ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει τέτοιας συμφωνίας χωρίς τον προαναφερόμενο όρο είναι μη νόμιμη.

Γ. Η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Η αμοιβή εισπράττεται, είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης, είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα.

Δ. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις, ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο.

Ε. Από την διάταξη του άρθρου 60, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 77, κατά την οποία αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία, προκύπτει ότι ο όρος της συμφωνίας, ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής.

Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή η αγωγή του δικηγόρου με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής από εργολαβία δίκης, απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής και τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρητά με τον αντισυμβαλλόμενο εντολέα του δικηγόρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο τελευταίος δεν θα λάβει αμοιβή και, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση ο δικηγόρος θα διεκπεραίωνε επιτυχώς την δίκη ή την εργασία στην οποία αφορούσε η εντολή, με βέβαιη κατάληξη το ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον εντολέα (ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1239/2003). Η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής και άρα πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή αυτή (ΑΠ.1774/2002).

ΣΤ. Από την διάταξη του άρθρου 77 συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση, είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος, ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 57 ΑΚ, ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου κώδικα, εκτός αν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου, ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος (Α.Π. 1388/2015, 328/2003).