Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, «Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση».

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η καταβολή νομίμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, γιατί από το χρόνο αυτό καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 329/2011).

Το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, έχει ως γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται, τόσο στην εκούσια όσο και στην αναγκαστική εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση ( ΑΠ 134/2020).

Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 134/2020)