Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 354 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι «το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία» και «όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια», προκύπτει ότι η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, μπορεί να γίνει από τον αρχικό διάδικο που εξωδίκως ομολόγησε, ή από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του που συνεχίζουν τη δίκη, ή τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, εκτός αν του έχει αφαιρεθεί ρητά η σχετική εξουσία.

Β. Η ανάκληση δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και γίνεται με άτυπη δήλωση. Μπορεί να καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή να περιέχεται στις προτάσεις, ή στην προσθήκη των προτάσεων, όπως επίσης στο δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της.

Γ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση.

Δ. Μετά την νόμιμη ανάκλησή της η ομολογία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης. Eάν, παραταύτα, ληφθεί υπόψη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΜονΠρΑθ 113 /2016).