Το θέμα ρυθμίζεται με τον ν. 2071/1992, άρθρα 95 επ.

Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς εισαγωγή και παραμονή αυτού για θεραπεία σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας.

Α. Προϋποθέσεις για να τεθεί κάποιος σε ακούσια νοσηλεία είναι πρώτον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή, β) να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και γ) η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια, είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του, είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, και δεύτερον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή και β) η νοσηλεία του να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.

Β. Την ακούσια νοσηλεία του ασθενή, μπορούν να ζητήσουν, με αίτηση που απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του ασθενούς, συνοδευόμενη με γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, α) ο σύζυγός του, β) συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα, γ) συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό και δ) όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του, ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας, ή διαμονής του ασθενή.

Γ. Μετά την υποβολή της αίτησης, ή αυτεπάγγελτα, ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, διατάσσει την σύλληψη και  μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού. Η παραγγελία του Εισαγγελέα για την σύλληψη του ασθενή είναι υποχρεωτική, τόσο για την αστυνομική αρχή στην οποία απευθύνεται, όσο και για τον ασθενή, η δε αστυνομική αρχή οφείλει να τον συλλάβει και τον  παραδώσει στην μονάδα ψυχικής υγείας. Εφόσον ο ασθενής δεν προσέρχεται οικειοθελώς, τα αστυνομικά όργανα είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν την προς τούτο αναγκαία βία για την εκτέλεση της παραγγελίας, να συλλάβουν τον ασθενή και τον παραδώσουν στην μονάδα ψυχικής υγείας.

Δ. Σε (3) ημέρες, από τότε που ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών διέταξε την μεταφορά του ασθενή μονάδα ψυχικής υγείας, εισάγει την υπόθεση, με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, ώστε να αποφασιστεί η θέση του ασθενή σε ακούσια νοσηλεία. Στην συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση μη κλήτευσης, ή μη νόμιμης, ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 606/2002, ΜονΠρΠειρ 49/2020). Αν κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανιστεί, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρών, κατά εφαρμογή του άρθρου 754 εδ. β΄ ΚΠολΔ. Αν δεν εμφανιστεί ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, η συζήτηση προχωρά κανονικά, γιατί ο Εισαγγελέας δικαιούται και δεν υποχρεούται να παραστεί σε αυτή (άρθρα 748 παρ. 2 και 750 ΚΠολΔ) (ΜονΠρΠειρ 98/2019).

Ε. Κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που θέτει τον ασθενή σε ακούσια νοσηλεία, μέσα σε προθεσμία (2) μηνών από την δημοσίευση της απόφασης, χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Την ανακοπή μπορεί να ασκήσει και ο επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο ασθενής.

ΣΤ. Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο Πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον εισαγγελέα.

Ζ. Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της. Την διακοπή δικαιούται να ζητήσει ο ασθενής, ή οι παραπάνω συγγενείς του, ή ο επίτροπός του με αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα, την οποία ο Εισαγγελέας την υποβάλει στο Πρωτοδικείο. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από (3) μήνες.