Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται».

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση.

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους.

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν.

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων.

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Τέτοια περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μεταξύ συγκοινωνών-συγκυρίων (άρθρα 785, 788, 789, 1113 ΑΚ), όταν επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας και η κατάρτιση της είναι πράξη διαχείρισης, οπότε επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.

Β. Άσκηση προσεπίκλησης αναγκαστικού ομοδίκου

1) Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238).

2) Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591).

Γ. Έφεση κατά αναγκαστικού ομοδίκου

Από τα άρθρα 76 παρ. 3, 4, 110 παρ. 2 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει επί ποινή απαραδέκτου αυτής να απευθύνεται καθ’ όλων των αναγκαίων ομοδίκων, όταν αυτοί είναι αντίδικοι και ουχί ομόδικοι του ασκήσαντος την έφεση (ΑΠ 284 /2008, ΕφΑθ 3446 /2008), πλην όμως έχει αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου (ΑΠ 42 / 2016).

1) Παρέπεται ότι δεν απαιτείται από το νόμο η ασκούμενη από έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους έφεση να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, και κατά των ομοδίκων αυτού, αφού στην αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος, θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, αυτό το οποίο ακριβώς είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981).

2) Απαιτείται, όμως ότι οι αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος πρέπει να καλούνται (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην συζήτηση της έφεσης, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης αυτών, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 3 εδ. α΄ και 272 παρ. 2, σε συνδυασμό με 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1433/2012, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΜονΕφΠειρ 705/2018)

3) Η έφεση, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.