Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφ όσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

α) Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, ή με δήλωση στις προτάσεις κατ’ άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

β) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν απαιτείται να έχει ειδική για την παραίτηση από το δικόγραφο πληρεξουσιότητα, γιατί αυτή κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

γ) Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 793/2019, ΑΠ 471/2018).

Σημείωση.

Δεν αποκλείεται, όμως, και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη την δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφ όσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το Ειρηνοδικείο. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295 ΚΠολΔ, εάν ασκηθεί πάλι η ίδια αγωγή, ο εναγόμενος μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει, εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της δίκης, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε έξοδα για την πρώτη αγωγή και ότι έγινε εκκαθάριση των εξόδων αυτών, ή ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τα έξοδα που τον βαρύνουν από την προηγούμενη δίκη, τα οποία ο εναγόμενος πρέπει ακριβώς να προσδιορίζει, ή να αναφέρει το είδος των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν, γιατί διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη και δεν επιδέχεται δικαστική εκτίμηση.