Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, προσωπική κράτηση δύναται να διαταχθεί και σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.  Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και κατά το οποίο, «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Α. Επομένως και σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, ο κομιστής ακάλυπτης επιταγής μπορεί μαζί με την αγωγή από το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη της επιταγής με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 495/2010, ΕφΠειρ 219/2015).

Β. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Γ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Δ. Δικαιούχος να εγείρει την αγωγή είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Ε. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής ευθύνεται ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

ΣΤ. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία προς εκπλήρωση της χρηματικής του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Ζ. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).