Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε. Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή (ΑΠ 976/2015).

Α. Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον.

Β. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).

Γ. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Δ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής από αδικοπραξία, η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Ε. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη-εμπόρου, (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007).  Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

ΣΤ. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠΟλομ ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

Ζ. Δικαιούχος της αξίωσης είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.