Η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, ορίζει ότι «Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία». Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, κατά το οποίο «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης. Σημειώνεται ότι, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι

Α. Προσωπική κράτηση δύναται να απαγγελθεί

1) Στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος.

α) Τέτοια περίπτωση π.χ. ορίζει το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, όπου, το δικαστήριο με την απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία έχει τη δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

β) Σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος απειλεί και προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων, σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης  και το μέτρο λαμβάνεται μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Ουσιαστικά κριτήρια της δυνατότητας του δικαστηρίου να απαγγείλει προσωπική κράτηση, όπου ο νόμος ορίζει, χρησιμεύσουν το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή πίστη του υποχρέου, η φερεγγυότητα αυτού και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/201, ΜονΕφΠειρ 6/2017,  ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.

α) Η προσωπική κράτηση σε απαιτήσεις από αδικοπραξία αποτελεί μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων. Αδικοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 επ. ΑΚ, είναι η πράξη κατά την οποία κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια. Προϋπόθεση εφαρμογής είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

β) Για την λήψη του μέτρου της προσωπικής κράτησης σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί. Λαμβάνεται δε, μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/2013).

γ) Ουσιαστικά κριτήρια για την απαγγελία προσωπικής κράτησης είναι το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή ή κακή πίστη του υποχρέου ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, η φερεγγυότητα αυτού, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 257/2008, ΕφΑθ 3071/2014 ΜονΕφΠειρ 6/2017, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Β. Προσωπική κράτηση δεν απαγγέλλεται

1) Για οφειλές από οικονομική αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του.

Δεν απαγγέλλεται προσωπική κράτηση, όταν ο οφειλέτης από οικονομική αδυναμία αδυνατεί να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του. Απαγορεύεται, δηλαδή, η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, ειδικά όταν δεν τίθεται θέμα αφερεγγυότητας, ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ή κακής πίστης αυτού ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή (ΜονΕφΠειρ 8/2016, ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Κατά εμπόρων για εμπορικά χρέη

α) Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του  άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε (ΑΠ 976/2015). Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή.

β) Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί μόνον στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον. Στην περίπτωση αυτή, όπως σε κάθε περίπτωση απαίτησης από αδικοπραξία, το δικαστήριο δύναται, δεν υποχρεούται, να απαγγέλει προσωπική κράτηση κατά του εκδότη, ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες). Προς τούτο το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εμπόρου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

3) Για απαίτηση μικρότερη από (30.000) ευρώ.

4) Για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο.

5) Κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το 65 έτος της ηλικίας τους.

6) Κατά ανηλίκων που τελούν υπό γονική μέριμνα, ή υπό επιτροπεία.

7) Κατά των προσώπων που έχουν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.

8) Κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της.

9) Κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας.

Γ. Διάρκεια προσωπικής κράτησης

Έως ένα έτος.

Δ. Πως διατάσσεται η προσωπική κράτηση

α) Με αίτηση, που περιέχεται σε αγωγή για επιδίκαση της απαίτησης. Εκδικάζεται κατά την διαδικασία στην οποία υπάγεται η αγωγή.

β)  Με αυτοτελή αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Εισάγεται, είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπο αρμόδιο για την απαίτηση.

Ε. Εκτέλεση προσωπικής κράτησης

α) Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο, αφ ότου η δικαστική απόφαση που την διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν (3) ημέρες αφ ότου η απόφαση του επιδόθηκε.

β) Όποιος καταδικάστηκε σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από το δικαστικό επιμελητή, πάντα μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτό, και συντάσσεται σχετική έκθεση.  

γ) Η σύλληψη απαγορεύεται, α) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση, β) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία, γ) από 1 έως 31 Αυγούστου, δ) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ε) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και στ) την προηγούμενη και την επόμενη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.

ΣΤ. Αντιρρήσεις  προσωποκρατηθέντος

α) Αν, όποιος έχει συλληφθεί, προβάλει αντιρρήσεις κατά της προσωπικής κράτησης, προσάγεται αμέσως στον πρόεδρο πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου έγινε η σύλληψη. Αυτός, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. αποφασίζει για τις αντιρρήσεις που μπορούν να υποβληθούν και προφορικά.

β) Αν δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις, ή αν απορρίφθηκαν, αυτός που έχει συλληφθεί οδηγείται στις φυλακές, όπου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προορίζεται για όσους είναι υπόδικοι ή κατάδικοι για αξιόποινες πράξεις. Μόνο ώσπου να τον οδηγήσουν στη φυλακή μπορεί να φυλαχθεί σε οποιαδήποτε άλλη φυλακή ή και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Ο διευθυντής της φυλακής παραλαμβάνει εκείνον που έχει συλληφθεί μόνο αν του παραδοθεί η απόφαση που διατάζει την προσωπική του κράτηση και αντίγραφο της έκθεσης της σύλληψής του και του προκαταβληθούν, με απόδειξη, για ένα μήνα, τα τροφεία που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στον ίδιο διευθυντή προκαταβάλλονται, με απόδειξη, τα τροφεία κάθε επόμενου μήνα.

Ζ. Απόλυση προσωποκρατηθέντος

Ο προσωποκρατηθείς απολύεται

α) αν συμπληρώθηκε η διάρκεια της προσωπικής κράτησης, που ορίζει η απόφαση.

β) αν κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το χρέος για το οποίο επιβλήθηκε η προσωπική κράτηση μαζί με τους τόκους που οφείλονται ήδη και τα έξοδα της εκτέλεσης και κατατεθεί το γραμμάτιο στο γραμματέα του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή.

γ) αν συναινέσουν εγγράφως ο δανειστής που επέβαλε την προσωπική κράτηση και κάθε άλλος δανειστής που ζήτησε να παραταθεί η κράτηση,

δ) αν ο κρατούμενος συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και

ε) αν παραλείφθηκε η προκαταβολή των τροφείων.

Στις περιπτώσεις α), γ), και ε) η απόλυση γίνεται από το διευθυντή της φυλακής. Στις άλλες, με απόφαση του προέδρου πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή, ο οποίος δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Στην περίπτωση ε) η απόλυση γίνεται μόλις περάσει η ώρα 12 το μεσημέρι της τελευταίας ημέρας για την οποία πληρώθηκαν τροφεία και δεν επιτρέπεται νέα κράτηση του οφειλέτη για το ίδιο χρέος.

Η. Διαφορές περί την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης

α) Κάθε διαφορά σχετική με την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης υπάγεται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού ορίζει σύντομη δικάσιμο και την προθεσμία για να κλητευθεί ο αντίδικος εκείνου που προσφεύγει.

β) Η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι πέντε ημέρες, αλλά ούτε αυτή ούτε και η άσκηση των ένδικων αυτών μέσων αναστέλλουν την εκτέλεση.