Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ. α και 938 ΑΚ προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, αν δε έγινε με πρόθεση από την διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ, με ανάλογη επέκταση αυτής από την διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Β. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Γ. Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη, σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη (ΑΠ 16/2008).