1) Απλή Ομοδικία

Σύμφωνα με το άρθρο 74 ΚΠολΔ, απλή ομοδικία υπάρχει όταν, περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή, ή να εναχθούν από κοινού, α) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα, ή κοινή υποχρέωση, ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή β) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση.

α) Στην απλή ομοδικία  κάθε ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους. Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους, γιατί στην απλή ομοδικία σωρεύονται υποκειμενικά, σε κοινή διαδικασία, περισσότερες ανε­ξάρτητες μεταξύ τους, δίκες, υφίστανται δε τόσα αντικείμενα δίκης όσα και οι απλοί ομόδικοι και η συνένωση των δικών των απλών ομοδίκων έχει αμιγώς δικονομικό, εξωτερικό, χαρακτήρα και δεν επηρεάζει τις εσωτερικές τους έννομες σχέσεις, επομένως, οι διαδικαστικές πράξεις κρίνονται για κάθε δίκη χωριστά και ο ομόδικος είναι τρίτος στις δίκες των άλλων ομοδίκων (ΑΠ 1285/2018, ΜονΕφΠειρ 292/2019).

β) Οι ομόδικοι είναι αυτοτελείς μεταξύ τους, τόσο ως προς την πρωτοβουλία διενέργειας των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, αφού καθένας ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους και την διεξάγει για τον εαυτό του, χωρίς να μπορεί να ενεργήσει και για λογαριασμό των λοιπών, έναντι των οποίων παραμένει τρίτος, όσο και ως προς τις συνέπειες των πράξεών του για τους λοιπούς, τους οποίους δεν τους βλάπτουν, ούτε τους ωφελούν. Συνέπεια τούτου είναι, ότι η έκβαση της δίκης μπορεί να είναι διαφορετική για κάθε ομόδικο, με την παραδοχή για τον ένα και την απόρριψη για τον άλλον της αγωγής, χωρίς τούτο να επιδρά στις έννομες σχέσεις του άλλου ομοδίκου, εκτός αν η απόφαση περιέχει δυσμενή διάταξη, ή αιτιολογία, με ισχύ δεδικασμένου κατά του ενός και υπέρ του άλλου ομοδίκου  (ΑΠ 1223/15, ΑΠ 445/13)

γ) Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα να επισπεύσει τη δίκη. Το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την ενιαία διεξαγωγή της δίκης, έχει το δικαίωμα να διατάξει το διάδικο που επισπεύδει τη διαδικασία να καλέσει και τους ομοδίκους που δεν κάλεσε.

δ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1β, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται στην περίπτωση απλής ομοδικίας, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου (ΑΠ 801/2017).

ε) Η  έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 516 και 517 ΚΠολΔ, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, εκτός εάν η εκκαλουμένη περιέχει κάποια επιβλαβή διάταξη για τον εκκαλούντα υπέρ του ομοδίκου του. Αν δεν συντρέχει η τελευταία περίπτωση, η κατά του απλού ομοδίκου απευθυνόμενη έφεση είναι απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 και 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 839/1977, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 650/2019).

στ) Η αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 2106/2017).

ζ) Επειδή η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου σε αναίρεση υπόκειται  ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 801/2017).

2) Αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, ή, η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ή, όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Σύμφωνα με την διάταξη, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθ όσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 1683/13). Αναλυτικά

Α) Αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες απο­φάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Β. Εξαιρέσεις από την αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 2 ΚΠολΔ η αντικειμενική ενέργεια της αναγκαστικής ομοδικίας δεν καταλαμβάνει τις εξής  πράξεις

(α) Του δικαστικού συμβιβασμού, του άρθρου 293 ΚΠολΔ.

(β) Της αναγνωρίσεως, του άρθρου 298 ΚΠολΔ.

(γ) Της παραιτήσεως από τη δίκη,  των άρθρων 294 -296 ΚΠολΔ.

(δ) Της συμφωνίας περί διαιτησίας, του άρθρου 867 ΚΠολΔ

Γ. Συνέπειες της ύπαρξης αναγκαστικής ομοδικίας

α) Οι πράξεις κάθε αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν και τους υπόλοιπους αναγκαίους ομόδικους (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ)

β) Ως προς τους ομοδίκους που ερημοδικούν δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας των άρθρων 271, 272 ΚΠολΔ, αλλά θεωρείται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους κατά το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και δικάζονται κατ’ αντιμωλία.

γ) Δεν επιτρέπεται επίσπευση της συζητήσεως ως προς ορισμένους μόνον από τους ομοδίκους, αλλιώς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. Επειδή απαιτείται επίδοση προς όλους, οι προθεσμίες υπολογίζονται, από την επίδοση προς τον τελευταίο χρονικά ομόδικο.

δ) Δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, σύμφωνα  με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους. (ΑΠ  241/2015).

ε) Η απόφαση δεν γίνεται τελεσίδικη, αν έστω και ένας ομόδικος έχει δικαίωμα προσβολής της με ανακοπή ερημοδικίας, ενώ η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από έναν αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους αδρανήσαντες, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση.

στ) Το ένδικο μέσο, που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, σύμφωνα με τις  διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, α) δεν πρέπει να στρέφεται κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο, β) έχει   αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στην συζήτηση του ένδικου μέσου. Ο αναγκαίος ομόδικος καθίσταται διάδικος, έστω και αν δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτά το ένδικο μέσο, όπως στην περίπτωση που έχει παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αν δεν κληθεί και δεν εμφανισθεί αυτόκλητα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1145/2007).

ζ) Με αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση, μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, άλλως απορρίπτεται, ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ  241/2015).

η) Στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 556 ΚΠολΔ κάθε αναγκαίος ομόδικος νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αναίρεση μαζί με τους άλλους ομοδίκους, ή και αυτοτελώς. Η άσκηση αναίρεσης από κάποιον αναγκαίο ομόδικο καθιστά,  σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ 4 ΚΠολΔ, τυπικά διαδίκους και τους υπόλοιπους ομοδίκους, έστω και αν αυτοί δεν μπορούν πια να ασκήσουν παραδεκτά αναίρεση λ.χ. λόγω παρέλευσης της προθεσμίας.