Από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία της αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος για κάθε ζημία του.

Β. Η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή και τούτο, γιατί, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφ όσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.

Γ. Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα «τρόπων διακοπής» της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την «διακοπή» της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (άρθρο 270 ΑΚ) (Ολ ΑΠ 24/2003).

Δ. Ως εκ τούτου αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών νοούνται σύμφωνα με στις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση, ή η άσκησή του, να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε, από το νόμο, είτε, από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής η οποία εξοφλείται τμηματικά (ΑΠ 732/2015). 

Ε. Αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφ όσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.Π 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 1010/2015).

ΣΤ. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009) η δε απόρριψη της για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263 (ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ  377/2009).

Ζ. Στην περίπτωση, που από την ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για την σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 1010/2015).