Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική, άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 712/2001, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Α. Η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή δεν χωρεί, όταν δύναται να ασκηθεί η αγωγή από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, ώστε να μην αποστερηθεί ο εναγόμενος της ευχέρειας να αντιτάξει τις ενστάσεις από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία και μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη [ΟλΑΠ 2/1987,(ΑΠ 16/2008, ΑΠ 152/2013).

Β. Προϋποθέσεις

Κατά την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία η με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη».

α) Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός του εναγομένου αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της, δηλαδή παροχής αχρεώστητης, ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή αιτία παράνομη, ή ανήθικη.

β) Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο πλουτισμός επήλθε από διάταξη νόμου, ή έγκυρη σύμβαση, παρά μόνο αν υπάρχει διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναζήτηση του. Επομένως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της από την κύρια σχέση αγωγής, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής φύσης της, όπως αναφέρθηκε, δηλαδή, αφού ασκείται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις άσκησης της από την κύρια σχέση (δικαιοπρακτική ή αδικοπρακτική) αγωγής και τούτο για να μπορεί ο εναγόμενος να προβάλει τις από την σχέση αυτή ενστάσεις (ΑΠ 222/2003, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

γ) Με βάση την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ο ζημιωθείς δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, εφ όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, δηλαδή

1) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη.

2) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και

3) εν όψει του ότι η έλλειψη νομιμότητας της αιτίας, από την οποία προήλθε ο πλουτισμός, αποτελεί προϋπόθεση του νόμω βασίμου της αγωγής για απόδοση της από αυτόν ωφέλειας, πρέπει το δικόγραφο της αγωγής να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους η αιτία του πλουτισμού δεν είναι νόμιμη, δηλ. την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ  93/2014). Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου, ή στην σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια αυτή, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σε αυτήν. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας.

Γ. Περιπτωσιολογία

Περιπτώσεις, για την ευδοκίμηση της αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι κατά το άρθρο 904 ΑΚ, ο πλουτισμός να αποκτήθηκε, α) από παροχή αχρεώστητη, β) από παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή γ) από αιτία παράνομη, ή ανήθικη. Σε κάθε περίπτωση ο λήπτης, από την παροχή του δότη, πρέπει να γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Η ύπαρξη, όμως, ή απουσία, της νόμιμης αιτίας, δεν λύνεται από μόνη την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Αναπόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπ όψιν τις ειδικές διατάξεις του νόμου, στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 725/2004, ΑΠ 93/2014, ΑΠ 1751/2014, ΑΠ 1254/2017).

α) Ως αχρεώστητη παροχή νοείται η περίπτωση πλουτισμού του λήπτη που επέρχεται χωρίς την παροχή ανταλλάγματος από τον λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα βούληση του ζημιωθέντος, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται σε εκπλήρωση ανύπαρκτης, κατά το χρόνο καταβολής, παροχής, είτε μεταγενέστερα αποσβεσθείσας (ΑΠ 432/2013, ΑΠ 68/2016).

β) Παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, έχουμε όταν η καταβολή της παροχής έγινε για ορισμένο σκοπό, ο οποίος όμως δεν επακολούθησε (ΑΠ 147/2001).

Χαρακτηριστική η περίπτωση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, όπου, αν έχει προκαταβληθεί το τίμημα από τον αγοραστή, ο πλουτισμός του πωλητή από την προείσπραξη του τιμήματος έχει νόμιμη αιτία, το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δηλαδή, που τον υποχρεώνει να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το ακίνητο στον αγοραστή. Για όσο χρόνο η αιτία αυτή είναι ενεργός, ο πλουτισμός του πωλητή παραμένει νόμιμος, αφού αντισταθμίζεται με την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει και παραδώσει το ακίνητο. Καθίσταται όμως αδικαιολόγητος όταν καταστεί οριστικά αδύνατη η εκπλήρωσή της από το προσύμφωνο παροχής, δηλαδή η μεταβίβαση του πράγματος για αιτία που δεν επακολούθησε (ΑΠ 1230/2017).

γ) Παροχή για αιτία που έληξε έχει και εκείνος ο οποίος δυνάμει δικαστικής αποφάσεως που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ, ή και διαταγής πληρωμής, κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν προσωρινώς χρηματικό ποσό, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης εις βάρος του από τον δικαιούχο, είτε συμμορφούμενος με τη δικαστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, οι οποίες στη συνέχεια, η μεν απόφαση εξαφανίστηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον οφειλέτη, απορριφθείσης της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, η δε διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε αμετάκλητα ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος από τα άρθρα 632 και 633  ΚΠολΔ (ανακοπής). Τούτο δε, γιατί η αιτία, δηλαδή ο σκοπός που έγινε η παροχή, που είναι η εξαφανισθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση, ή η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής, έληξε με την απόρριψη της αγωγής ή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι το δικαίωμα του ενάγοντος, ή του αιτηθέντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθ' εαυτό. Εντεύθεν έπεται ότι η μεταγενέστερη εξαφάνιση της απόφασης, ή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, επιφέρει τη λήξη της αιτίας του πλουτισμού και εκείνος που έλαβε την ωφέλεια οφείλει να την επιστρέψει (ΑΠ 1438/2010, ΑΠ 658/2008, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1623/2012).

δ) Όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεων για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος και η οποία, εφ όσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ), νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί την διατήρηση της παροχής στο λήπτη, δεν υπάρχει.

ε) Εκείνος που έδωσε την παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, δικαιούται να αναζητήσει από τον λήπτη που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του αδικαιολόγητα αυτό που έδωσε, πρέπει, όμως, να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά τα άρθρα 216 παρ.1, 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, την δόση ορισμένης παροχής, την συγκεκριμένη αιτία της παροχής και το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία (ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 1455/2013).

στ) Η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 ΑΚ, επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 852/2000).

Δ. Απόσβεση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

α) Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφ όσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ. Το γεγονός της απώλειας, ή μείωσης, του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος λήπτης του πλουτισμού (ΑΠ 791/2012).

β) Οι οικονομικές θυσίες, στις οποίες υποβάλλεται ο πλουτήσας πριν από τον πλουτισμό για την απόκτηση αυτού και ιδίως ανταλλάγματα προγενέστερα του πλουτισμού, που συνδέονται με την απόκτηση αυτού, λαμβάνονται υπ όψιν, ως λόγος μη ευθύνης του πλουτήσαντος. Συνιστούν, δηλαδή, νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού στα πλαίσια του άρθρου 904 ΑΚ, η επίκληση της οποίας συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού δεν γεννιέται από την αρχή απαίτηση αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι εκείνη του άρθρου 909 AΚ που προϋποθέτει γεννημένη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1438/2014).

Ε. Διατήρηση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού, παρά την απώλεια του πλουτισμού, διατηρείται κατ' εξαίρεση α) σε περίπτωση απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφ όσον ο λήπτης γνώριζε, ή αφ ότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (ΑΚ 911 περ. 1), β) αν πρόκειται για απαίτηση για παράνομη ή ανήθικη αιτία (ΑΚ 911 περ. 2) και γ) σε περίπτωση απαιτήσεως για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, αφ ότου ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση (ΑΚ 912). Ως γνώση, κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 1 ΑΚ, θεωρείται η θετική γνώση και δεν αρκεί αμφιβολία, υπαίτια άγνοια, ή απλή αμφισβήτηση, εκ μέρους του ζημιωθέντος. Παράνομη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 2 υπάρχει μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως απαγορευτικής διατάξεως νόμου, δηλαδή διατάξεως που αποδοκιμάζει, είτε αυτό το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, στο πλαίσιο της οποίας έγινε η περιουσιακή επίδοση, είτε τις συγκεκριμένες συνθήκες συνάψεώς της, ενώ απαιτείται συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της επιδόσεως αυτής (ΑΠ 1475/2009).

ΣΤ. Παραγραφή αξίωσης από την σύμβαση

Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει, ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου, ή με ζημία αυτού, οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση που δεν συντρέχει επί παραγραφής των από την σύμβαση αξιώσεων, γιατί η παραγραφή αποτελεί, όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, νόμιμη αιτία πλουτισμού.     

Αν κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, ή προκειμένου για χρηματική παροχή κατά το χρόνο καταβολής υπήρχε νόμιμη αιτία και εξέλιπε μεταγενέστερα, δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ότι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 366/1986, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Ζ. Παραγραφή αξίωσης από την αδικοπραξία 

Για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Η. Παραγραφή της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού

Ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που κατά τον κανόνα του άρθρου 249 ΑΚ είναι εικοσαετής, αρχίζει να τρέχει από την στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.

Στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από αιτία η οποία δεν επακολούθησε, χρονικό σημείο γεννήσεως της υποχρεώσεως του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξιώσεως του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της παραγραφής είναι εκείνο κατά το οποίο έπαυσε οριστικά να υπάρχει η αιτία, που μέχρι τότε καθιστούσε την περιουσιακή δόση νόμιμο πλουτισμό (ΑΠ 1230/2017).