1) Κατά την υπόσχεση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 362 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε παροχή (οφειλέτης) η οποία είναι αδύνατη κατά την σύναψη της σύμβασης, για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον ίδιο, έχει υποχρέωση να ανορθώσει την ζημία του δανειστή από την μη εκπλήρωση της παροχής. Στην περίπτωση που ο δανειστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι η παροχή είναι αδύνατη, τότε ο δανειστής, κατά τα άρθρα 300 και 364 ΑΚ, θα επωμισθεί ένα μέρος της ζημίας, με δυνατότητα του οφειλέτη, είτε να απαλλαγεί από την ευθύνη, είτε να μειωθεί η ευθύνη του

Β. Αν όμως ο οφειλέτης, κατά το άρθρο 363 ΑΚ, κατά την συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι η παροχή είναι αδύνατη, εφ όσον στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την υπόσχεση της αδύνατης παροχής. Οφείλει όμως, αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό.  

Γ. Στην περίπτωση που η παροχή  του ενός από τους συμβαλλομένους, κατά το άρθρο 380 ΑΚ, είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας.

Δ. Αν η παροχή του ενός είναι, ή έγινε, αδύνατη από γεγονός, για το οποίο αυτός υπέχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος, είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 ΑΚ και να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή του, ή αν τυχόν την κατέβαλε, να την αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε να ζητήσει αποζημίωση, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρα 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK).

Ε. Η αποζημίωση συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον, ή διαφέρον εκπληρώσεως, από την οριστική σύμβαση, δηλαδή αυτός που ζημιώθηκε δικαιούται να αξιώσει ό,τι θα είχε, εάν δεν υπήρχε η αντισυμβατική συμπεριφορά του οφειλέτη, δηλαδή την αξία του περιουσιακού αντικειμένου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΕφΠειρ 110/2005).

2) Κατά την εκπλήρωση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη, ζημία του δανειστή που επέρχεται από την αδυναμία.

Β. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξ αιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή (336 ΑΚ)

Γ. Σε περίπτωση μερικής υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή ο δανειστής, μέσα σε εύλογη προθεσμία, αφ ότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη, αν δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να την αρνηθεί εντελώς και να θεωρήσει την αδυναμία ολική (άρθρο 337 ΑΚ).

Δ. Αν ο οφειλέτης απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του, επειδή βρισκόταν σε αδυναμία να την εκπληρώσει από γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να αποδώσει στο δανειστή καθετί που περιήλθε σ' αυτόν εξαιτίας αυτού του γεγονότος (άρθρο 338 ΑΚ).

3) Το βάρος της απόδειξης

Το βάρος της απόδειξης, σχετικά με την υπαιτιότητα του οφειλέτη της αδύνατης παροχής, φέρει ο ίδιος, αφού η υπαιτιότητά του τεκμαίρεται, σύμφωνα, άλλωστε, με το γενικό κανόνα που ισχύει στην ενδοσυμβατική ευθύνη. Ο ζημιωθείς δηλαδή αρκεί να αποδείξει μόνο ότι η παροχή έγινε αδύνατη, όχι, όμως, και ότι η αδυναμία οφείλεται σε πταίσμα του οφειλέτη. Αντίθετα, ο οφειλέτης, αποκρούοντας την αξίωση της αγωγής, οφείλει αυτός να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατ' άρθ. 336 ΑΚ (ΑΠ 405/2002).