Α. Από την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (άρθρα 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Β. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευτεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Γ. Τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012).

Δ. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης. Έτσι, δεν μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, ούτε πριν από την έναρξη της δίκης, ούτε μετά την περάτωσή της με την έκδοση οριστικής απόφασης, με την παραίτηση από την αγωγή ή την αποδοχή της. Ακόμη και αν περατωθεί η κύρια δίκη, με την απόρριψη της αγωγής, ή του ενδίκου μέσου, χωρίς να έχει δικασθεί και η πρόσθετη παρέμβαση, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίπτεται, γιατί δεν υπάρχει στάδιο συζήτησης αυτής, δεδομένου ότι, βάσει της ως διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχτεί με την αγωγή, ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν χωρίζεται και η περάτωση της κυρίας αγωγής επιφέρει και την περάτωση-κατάργηση της δίκης που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση (ΕφΠειρ 710/2014).

Ε. Παρέπεται ότι, ο προσθέτως παρεμβαίνων καθίσταται βοηθός του διαδίκου, υπέρ του οποίου παρενέβη, ο δε ρόλος του, παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Μπορεί, συνεπώς, μεταξύ άλλων, ο προσθέτως παρεμβαίνων να επισπεύδει τη δίκη, δηλαδή να ζητεί τον ορισμό δικασίμου, να εγγράφει την υπόθεση στο πινάκιο και να παραγγέλλει την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, κλητεύοντας όλους τους διαδίκους, η δε παράλειψη της κλήτευσης, οδηγεί στην κήρυξη της συζήτησης ως απαράδεκτης ως προς όλους, γιατί άλλως παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 1465/2007).

ΣΤ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη διαδίκου μπορεί να ασκηθεί ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και συνεπώς για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της της έφεσης, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).