Από την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προσεπίκληση ασκείται και κατά του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή.

Σημείωση

Προσεπίκληση επιτρέπεται και σε δύο άλλες περιπτώσεις

α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 86).

β) του αληθινού κυρίου ή νομέως επί εμπράγματης αγωγής (άρθρο 87).

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ, για την νομιμότητα της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου. Απαιτείται δηλ. στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 4/2010).

Β. Επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο, α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο,  ή β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Γ. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η προσεπίκληση προϋποθέτει εκκρεμοδικία κύριας δίκης και ασκείται όπως και η αγωγή. Όταν με την αγωγή ενώνεται και αγωγή αποζημίωσης, το αντικείμενό της δεν πρέπει να ανήκει σε καθ ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, ή να υπάγεται σε διάφορη διαδικασία, αλλιώς διατάσσεται χωρισμός και παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, ή ανάλογα εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής με την προσήκουσα διαδικασία, ενώ η ασκηθείσα προσεπίκληση έχει τις συνέπειες της απλής ανακοίνωσης της δίκης και συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή (ΕφΠειρ 525/2009, ΕφΠειρ 319/2010).

Δ. Σε περίπτωση που η ιστορική βάση της προσεπίκλησης, περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση, με την παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της προσεπίκλησης και της ενωμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, ΑΠ 2077/2013, ΑΠ 1105/2017).

Ε. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 277 αρ. 4, 325, 558 και 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθη από τον εναγόμενο, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικώς ώστε να απευθυνθεί κατ' αυτού έφεση ή αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση (ΑΠ 2065/2009).

ΣΤ. Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Ζ. Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης μέσα σε 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.