Α. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Στην περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα, η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα.

Β. Με βάση την ρύθμιση αυτή το ζήτημα της παραγραφής επί κακουργημάτων είναι σπάνιο στην πράξη, δεδομένου ότι για αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή με τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ.

Γ. Για το ζήτημα της παραγραφής σε σχέση με τα πλημμελήματα, για τα οποία το άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ προβλέπει 5ετή παραγραφή με δυνατότητα αναστολής του χρόνου αυτού για 3 επιπλέον έτη κατά το άρθρο 113 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ, έχει κριθεί ότι, αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη της αστικής θα κριθεί αποκλειστικά με βάση το άρθρο 111 ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 937 ΑΚ, χωρίς να συνυπολογιστεί ο χρόνος της αναστολής, δεδομένου ότι η αναστολή της παραγραφής ρυθμίζεται αυτοτελώς και διαφορετικά στο αστικό και ποινικό δίκαιο (ΑΠ 1049/2014,  ΜονΠρΠειρ 3013/2020).

Δ. Κατά συνέπεια η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία, αν μεταξύ της αρχικής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και της εκδίκασης της υπόθεσης μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, χωρίς να συντρέχει λόγος διακοπής της παραγραφής κατά το αστικό δίκαιο (ΜονΠρΠειρ 3013/2020), εν όψει ότι η κατά την ποινική διαδικασία με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξίωσης και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας συνιστά άσκηση αγωγής κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, που διακόπτει την παραγραφή (ΑΠ 245/2015,  ΑΠ 1049/2014).  Αν, όμως, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, τότε δεν διακόπτεται η παραγραφή.

Ε. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει, στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης, και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

ΣΤ. Με βάση την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ γίνεται δεκτό ότι μετά την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία διακόπτεται η παραγραφή. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, εν όψει ότι, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, δεν έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη, η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από την βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων (ΜονΠρΠειρ 3013/2020).