Α. Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατ' άρθρο δε 253 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ άρθρο 251 ΑΚ έναρξή της. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Β. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει στην παρ. 1 ότι, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, δηλαδή,  λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο, ή το δικαίωμα της αγωγής και στην παρ. 2 ότι, αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης.

Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους, ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

Γ. Κατά συνέπεια εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, μπορούν να υποπέσουν σε παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων.