Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 εδ. α και 424 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, η οποία είναι εξοφλητική πράξη και όχι δικαιοπραξία.

Η καταβολή, για να επιφέρει το αποσβεστικό της αποτέλεσμα, πρέπει. 

α) να είναι η προσήκουσα προς εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εκείνης που οφείλεται και εκείνης που καταβλήθηκε, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει από τον οφειλέτη ότι δικαιούται να αξιώσει απ αυτόν, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και

β) να γίνει προς το δανειστή, ή σε όποιον αυτός επέτρεψε να δεχθεί την καταβολή. Τέτοιος μπορεί να είναι, είτε ο πληρεξούσιος, είτε ο εξουσιοδοτημένος από το δανειστή να λάβει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αλλά με τη συγκατάθεση του δανειστή, είτε ο δυνάμει συμφωνίας δανειστή και οφειλέτη διορισμένος ως δεκτικός της καταβολής.

Ο οφειλέτης, προβαίνοντας σε καταβολή με τις προηγούμενες αναγκαίες προϋποθέσεις, έχει το δικαίωμα να ζητήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη.

Η παράδοση της εξοφλητικής απόδειξης αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας, που αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οφειλέτη, μη αποκλειόμενης όμως ανταπόδειξης.

Η καταβολή σε τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούμενο σε είσπραξη, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη έναντι του δανειστή, έστω και αν έγινε από συγγνωστή πλάνη.

Μπορεί όμως η προς τον τρίτο καταβολή, που γίνεται με καλή πίστη, να θεωρηθεί ως αποσβεστικός λόγος της ενοχής, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του κομιστή (κατόχου) εγγράφου εξοφλητικής απόδειξης, όπου ο οφειλέτης με την προσκομιδή της σχετικής έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης δικαιούται να καταβάλει αζημίως στον κομιστή της, οπότε και ελευθερώνεται, αν άσκησε το δικαίωμα του ανυπαίτια και καλόπιστα, κατά το άρθρο 426 ΑΚ (ΑΠ 626/10, ΕφΑθ 25/2011).