Η επικουρική βάση της αγωγής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό με κυρία βάση την αδικοπραξία, επειδή  είναι επιβοηθητικής φύσης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την αδικοπραξία και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θεμελιώνεται επί των αυτών πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία (ΑΠ 712/2001, ΑΠ 1440/2000).

Δεν συγχωρείται, δηλαδή, έστω και επικουρικά ασκουμένη, εφ όσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από την αδικοπραξία, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί αφού υπάρχει η αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτή και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1440/2000).

Στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία δεν θεμελιώνει αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου ή με ζημία αυτού οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει επί παραγραφής της από αδικοπραξία αξίωσης, επειδή γίνεται δεκτό, από τη διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, ότι η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού (ΑΠ 813/2002, ΑΠ 139/1991).

Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 938 και 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ,  προκύπτει ότι, αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια, από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Επομένως μπορεί να εγερθεί αγωγή με κύρια βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αρκεί να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 744/1977, ΑΠ 547/2008, ΕφΑθ 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003).