Από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, αυτός, που έπαθε στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται, να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας, οπότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη.

Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Αν στην αγωγή η ζημία εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τις αποδείξεις όμως προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009).