Το δικαίωμα υπαναχώρησης παρέχεται στον αγοραστή ελαττωματικού προϊόντος, που το ελάττωμά του οφείλεται στην ακαταλληλότητά του «για την χρήση που προορίζεται». Εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Στην περίπτωση που το ελάττωμα του προϊόντος οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ανασφαλές», δηλαδή επικίνδυνο για την ασφάλεια του αγοραστή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Η συνομολογημένη ιδιότητα, περιλαμβάνει κάθε ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και ο πωλητής εγγυήθηκε την ύπαρξή της, δηλαδή ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της έλλειψής της και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του. Το πραγματικό ελάττωμα περιλαμβάνει κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του κατά το κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία ατέλεια έχει αρνητική επίδραση στην αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος (ΜονΕφΠειρ 322/2016).

Β. Από την διάταξη του άρθρου 540 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα, ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, η οποία (ευθύνη) υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του πωλητή, παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους (ΑΠ 1544/ 2008, ΕφΘ 638/2012), πέραν των άλλων (απαίτηση για διόρθωση, ή αντικατάσταση του πράγματος, ή μείωση του τιμήματος) το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, όταν το πραγματικό ελάττωμα είναι ουσιώδες. Ουσιώδες είναι το πραγματικό ελάττωμα, όταν αναιρεί, ή μειώνει ουσιωδώς, την αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος.

Γ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης (αναστροφής) με την άσκηση του οποίου καταλύεται εξ' ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή του διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία, ο μεν αγοραστής είναι υπόχρεος να αποδώσει  το πράγμα και τα ωφελήματα αυτού, ο δε πωλητής, ανεξάρτητα υπαιτιότητας, το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.

Δ. Οι αξιώσεις που απορρέουν από την υπαναχώρηση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε απ' αυτό, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Ε. Εάν το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ, και το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για υπαναχώρηση, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει, εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του και εάν η από την υπαναχώρηση της πωλήσεως επερχομένη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια που θα επέλθει στον αγοραστή (ΑΠ 996/2015).

ΣΤ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα και μπορεί να ασκηθεί με αγωγή και με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (εξωδίκως). Από την περιέλευση της άτυπης δήλωσης του αγοραστή στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης. Το γεγονός αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα. Παραδεκτά μπορούν να σωρευτούν σε αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 1596/2014).

Ζ. Κρίσιμος χρόνος για την άσκηση της υπαναχώρησης είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα, ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με την σύμβαση, για να ασκήσει το δικαίωμά του, όταν είναι βέβαιο ότι το ελάττωμα, που διαπίστωσε, δεν μπορεί να αρθεί, ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 554 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών, με έναρξη της παραγραφής, κατά το άρθρο 555 ΑΚ, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.

Η. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 389, 390, 397 εδ. α και 399 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν ασκηθεί η υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικά, αυτοδίκαια και αναδρομικά (εξ υπαρχής - ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επειδή οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχώρησης θα αφορά το μέλλον (ex nunc). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 274/2008).