Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων, ή της έννομης σχέσης, ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο. 744 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Β. Με το εισαχθέν στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας ανακριτικό σύστημα, το οποίο ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ με αποτέλεσμα να παρέχεται στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ  528/2017).

Γ. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται (ΑΠ 769/2015).

Δ. Η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015, ΑΠ  528/2017)

Ε. Επίσης επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την πρώτη συζήτηση (ΑΠ 2270/2014).

ΣΤ. Ως μεταβολή της αίτησης νοείται μόνο η μεταβολή του αιτήματος, δηλαδή του ζητούμενου ρυθμιστικού ή διαπιστωτικού μέτρου, και μπορεί να γίνει μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου, εφ όσον, κατά την κρίση του, δεν βλάπτονται τα συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων, κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 747, 751 και 765 ΚΠολΔ, όχι, όμως, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτής που ρυθμίζουν την διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν ορίζουν κάτι το διαφορετικό (ΑΠ 402/1995, ΑΠ 528/2017).

Ζ. Αντίθετα, η μεταβολή, ή η συμπλήρωση, της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 ΚΠολΔ.