Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφ όσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. 

Β. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει όμως να απειλείται από την δεσμευτικότητα, ή εκτελεστότητα, της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (Ολ ΑΠ 9/2012, ΑΠ 546/2018).

Γ. Αν ο παρεμβαίνων στηρίζει την σχετική αίτηση θεωρείται προσθέτως παρεμβαίνων.

Δ. Αν αποκρούει την αίτηση του αρχικού διαδίκου, τότε, εφ όσον η απόκρουση της αιτήσεως γίνεται για την παραδοχή της δικής του αυτοτελούς αιτήσεως πρόκειται για κύρια παρέμβαση, ενώ αν περιορίζεται μόνο στην απόκρουση, χωρίς να υποβάλει δική του αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας, πρόκειται για πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 208/2017, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 546/2018).

Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΚΠολΔ, με το οποίο καθορίζεται η άσκηση των παρεμβάσεων σε δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας, η κύρια παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο και εφαρμόζονται γι' αυτήν οι διατάξεις των άρθρων 747, 748 και 751 ΚΠολΔ, που προβλέπουν ότι η κατάθεση του δικογράφου πρέπει να γίνεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, ενώ η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία.