Α. Κατά το άρθρο 769 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά αποφάσεων που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

Β. Ως προς την παθητική νομιμοποίηση εφαρμόζεται, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 769 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αναλογικά, αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η αναίρεση που ασκεί ένας από τους παραπάνω  απευθύνεται κατά των άλλων, ή των καθολικών διαδόχων, ή των κληρονόμων τους.

Γ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν η αναίρεση δεν απευθυνθεί εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν επέρχεται ως κύρωση το απαράδεκτο, αλλά ο Άρειος Πάγος μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από την δίκη (ΑΠ 457/2020).

Δ. Σημειώνεται ότι δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως επίσης  δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο, αφ ενός δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, αφ ετέρου γιατί ισχύει στην εκούσια διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για την δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπ όψιν του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου  339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 ΚΠολΔ, ΑΠ 2228/2007).