Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981 εδ. 1 και 984 AK, προκύπτει ότι νομή είναι η απόκτηση της φυσικής εξουσίας επί του ακινήτου και άσκηση επ αυτού εξουσίας με διάνοια κυρίου.

Α. Η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό. Το πρώτο εκδηλώνεται με την φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με την μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Για την διατήρηση της νομής απαιτείται η συνύπαρξη αμφοτέρων των στοιχείων της και, συνεπώς, επέρχεται απώλεια αυτής, εφ όσον λείψει φανερά το ένα από αυτά και για σταθερή διάρκεια.

Σημείωση

Ο νομέας δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε σωματική επαφή με το πράγμα και να έχει, χωρίς διακοπή, την διάνοια κυρίου στραμμένη σ’ αυτό. Αρκεί, έχοντας την επίβλεψη και εποπτεία του πράγματος να μπορεί, κάθε στιγμή, να εκδηλώσει την φυσική εξουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ’ αυτό και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση (ΑΠ 1589/2008, ΑΠ 864/2005).  

Β. Φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Γ. Διάνοια κυρίου, είναι η μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Σημείωση

Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία επί του πράγματος, που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση, παρακαταθήκη κλπ.).

Δ. Κατά τα άρθρα 984 παρ. 1 και 987 εδ. α ΑΚ, η νομή προσβάλλεται, είτε με διατάραξη (βλ. σχετική ανάρτηση)  είτε με αποβολή του νομέα (βλ. σχετική ανάρτηση), εφ όσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.

α) Διατάραξη υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το ακίνητο, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της. Η διατάραξη εκδηλώνεται, είτε θετικά με πράξη του προσβολέα στο ακίνητο, ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή, ή παύση, της διατάραξης, πχ. όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα, ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 275/2010, ΑΠ 2365/2009).

β) Σε περίπτωση διατάραξης, ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα στην νομή, έχει το δικαίωμα με αγωγή, να αξιώσει την άρση της διατάραξης, που έγινε παράνομα και χωρίς την θέλησή του, ενώ στην περίπτωση αποβολής, έχει το δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.

Σημείωση

Σε περίπτωση που η προσβολή της νομής συνίσταται σε αποβολή του νομέα, ο προσβολέας καθίσταται ο ίδιος νομέας του πράγματος (επιλήψιμος νομέας) αποκτώντας την νομή του (επιλήψιμη νομή), προστατευόμενος υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων ΑΚ 988, 990, 992.

Δεν αρκεί όμως για τη θεμελίωση, επιλήψιμης έστω, νομής του προσβολέα η απλή διατάραξη της προσβληθείσας νομής (ΑΚ 984 παρ. 2).

Σημείωση

Από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη της νομής, ή αποβολή απ’ αυτήν, δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα (ΑΠ 2154/2014, ΜονΠρΠειρ 3297/ 2019).