Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, «αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της». Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ «αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει, αντί για τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου, το δικαίωμα "να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Στην περίπτωση της "υπαναχώρησης" ή μείωσης της αμοιβής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 541, 546 έως 549, 551 έως 553, που ισχύουν για την πώληση».

Με την διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ ρυθμίζεται η υπαναχώρηση του εργοδότη, α) στην βραδεία εκτέλεση του έργου και β) σε περίπτωση υπερημερίας του, ενώ με την διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ ρυθμίζεται η υπαναχώρηση του εργοδότη, όταν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες,

Α. Υπαναχώρηση λόγω καθυστέρησης (686 εδ. α)

1) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 686 εδ. α, 387 παρ. 2, 389 και 390 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στην σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης δύναται να δηλώσει στον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση εργολαβίας. Η δήλωση του εργοδότη ότι υπαναχωρεί από την εργολαβική σύμβαση είναι απρόθεσμη και δεν υπόκειται σε παραγραφή. Ο εργοδότης έχει, κατά την διακριτική του ευχέρεια, το δικαίωμα να υπαναχωρήσει και από το τμήμα του έργου που δεν έχει εκτελεστεί κατά τον χρόνο της υπαναχώρησης, και να μην υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.

2) Το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί και μετά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου, αν δεν πληρώθηκαν μέχρι την λήξη της προθεσμίας παράδοσης αυτού οι από το ίδιο άρθρο υποχρεώσεις του εργολάβου για την έγκαιρη έναρξη και για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού στην περίπτωση αυτή κατεξοχήν προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου (ΑΠ 652/2008).

3) Για τη θεμελίωση, επομένως  του δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, απαιτείται α) αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου, ή αντισυμβατική επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, και β) αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης έναρξης ή της επιβράδυνσης της εκτέλεσης.

4) Με την δήλωση υπαναχώρησης η εργολαβική σύμβαση καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισης της (αναδρομικώς, ex tunc), και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών, που πηγάζουν από την σύμβαση, αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον αυτός σώζεται (904 επ. ΑΚ), για αιτία που έληξε (ΑΠ 997/2010, ΑΠ 1031/2004). Σύμφωνα με το άρθρο 909 ΑΚ ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους, ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 682/2003). Ομοίως θεωρείται ότι ο πλουτισμός σώζεται, αν ο λήπτης κατέβαλε την παροχή σε τρίτο και, έτσι, αύξησε το ενεργητικό της περιουσίας του (ΑΠ 548/1980).

5) Από την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, δεν έχει πλέον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καμία αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση. Ο εργολάβος υποχρεούται να επιστρέψει το μέρος ή το σύνολο της αμοιβής, που έλαβε, με το νόμιμο τόκο από την υπαναχώρηση, καθώς και ότι του παρέδωσε ο εργοδότης για την εκτέλεση του έργου. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να αποδώσει την αξία του έργου, που τυχόν εκτελέστηκε, εφόσον δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του, ιδίως γιατί ενσωματώθηκε σε πράγμα που του ανήκει. Στην περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης αποδίδεται το ληφθέν αντάλλαγμα. Αντάλλαγμα είναι η κατά τον χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

6) Αν ο εργοδότης δεν υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, οφείλει στον εργολάβο μόνο την αντίστοιχη αμοιβή για το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο με βάση την σύμβαση. Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την άσκησή της (ΑΠ 1035/2010).

Β. Υπαναχώρηση λόγω υπερημερίας (686 εδ. β)

Σύμφωνα με το εδ. β του άρθρου 686 ΑΚ «Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της».

1) Από τον συνδυασμό της διάταξης του εδ. β του άρθρου 686 ΑΚ με τις διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389 παρ. 2 και 904 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, αναφορικά με την εκτέλεση του έργου, η οποία επέρχεται με την άπρακτη πάροδο, είτε της συμφωνημένης δήλης ημέρας παράδοσης του έργου, είτε του ειθισμένου για εκτέλεση παρομοίου έργου χρόνου, ο εργοδότης, αφού περάσει άπρακτη η εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης που του έταξε, συνοδευόμενη και από την σαφή δήλωση ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή, ή και χωρίς να τάξει την προθεσμία αυτή, στην περίπτωση που συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 385 ΑΚ περιπτώσεις, δηλαδή, α) αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και β) αν ο εργοδότης εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, δικαιούται να υπαναχωρήσει από την σύμβαση και να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση (άρθρο 387 ΑΚ) (ΑΠ 113/2014, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 354/2010, ΜονΠρΠειρ 2724/ 2019

Σημείωση

Ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος κατά τους ορισμούς των γενικών διατάξεων. Έτσι αν έχει οριστεί με την σύμβαση ο χρόνος έναρξης της εκτέλεσης του έργου, ή τα διάφορα στάδια της εκτέλεσής του, ή ρητός χρόνος παράδοσης αυτού, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος με μόνη την πάροδο του συμβατικώς ορισθέντος χρόνου, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

2) Η υπαναχώρηση εκ μέρους του εργοδότη συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρή, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής (ΑΠ 1759/2009, ΜονΠρΘεσ 10154/2020).

Σημείωση

Ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από την σύμβαση στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη και συγκεκριμένα σε δόλο ή βαριά αμέλειά του.

3) Όταν υπαναχωρήσει ο εργοδότης από την σύμβαση, δικαιούται, να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση. Για τον υπολογισμό της εύλογης αποζημίωσης λαμβάνονται υπ όψιν το πταίσμα του εργολάβου και η βαρύτητα αυτού, το ενδεχόμενο πταίσμα του υπαναχωρήσαντος εργοδότη, η περιουσιακή κατάσταση των μερών και η ζημία που πραγματικά προκλήθηκε στον εργοδότη από την ματαίωση της σύμβασης, από την οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη, για αυτό και πρέπει η ζημία αυτή να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο (ΜονΠρΠειρ 2724/ 2019).

Σημείωση

Η υπαναχώρηση μπορεί να συνδυαστεί με την καταβολή πλήρους αποζημίωσης, εφ όσον υπάρχει ειδική περί τούτου συμφωνία, που δύναται να προβλέπει ακόμη και ποινική ρήτρα δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου.

Γ. Υπαναχώρηση για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων (688)

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ, «Αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει, αντί για τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου, το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση»

1) Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει, αν υφίστανται ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων, α) είτε την διόρθωση των ελαττωμάτων, β) είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, γ) είτε να υπαναχωρήσει  από την σύμβαση (ΑΠ 1273/2017,  ΑΠ 358/2014, ΑΠ 113/2014, ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 2166/2013).

2) Αν τα ελαττώματα, ή  έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί για υπαναχώρηση από τη σύμβαση ή μείωση της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης.