Α. Ο αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης της σύμβασης αγοράς ακινήτου, διαφέρει από την προκαταβολή, γιατί ο αρραβώνας δίνεται για καταρτισμένη σύμβαση αγοράς, ή κατά την σύναψη προσυμφώνου και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που δίδεται η προκαταβολή (ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 98/2017). 

Β. Επομένως βασική διαφορά μεταξύ προκαταβολής και αρραβώνα που δίνεται κατά την κατάρτιση της κύριας συμβάσεως αγοράς είναι ότι, η προκαταβολή τελεί υπό την νομική αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον της ενοχής και όχι υπό την αίρεση της μη εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής.

Γ. Η προκαταβολή δεν χάνεται, ούτε επιστρέφεται στο διπλάσιο, όπως συμβαίνει στην κατάπτωση του αρραβώνα, γιατί στερείται της αμφιτερούς διαζευκτικής ενεργείας του καταπεσόντος αρραβώνος, του ότι δηλαδή  δημιουργούνται, με την κατάπτωσή του, δύο παράλληλες και ανεξάρτητες μεταξύ των αξιώσεις, μία από την κυρία και μία από την αρραβωνική σύμβαση (ΕΑ 4477/1979).

Δ. Η προκαταβολή για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται κατά τα άρθρα 166, 369, 513 και 1033 ΑΚ, συνιστά πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή, και αναζητείται κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε η ωφέλεια στον πλουτίσαντα,  ενώ η ευθύνη του λήπτη χρηματικής παροχής, καθόσον αφορά τους τόκους, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 345, 346, 910 ΑΚ (ΑΠ 828/2003, ΑΠ 852/2000, ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1186/19, ΑΠ 653/2011, ΑΠ 1877/2013, ΜονΠρΑθ 10162/2018, ΠολΠρΠειρ 2679/2014).