Α. Διατάραξη κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό, ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, η οποία συντρέχει, όταν ο εναγόμενος ενεργεί πράξεις δυνάμενες να ενεργηθούν μόνον από τον κύριο του πράγματος, ή όταν εμποδίζει τον κύριο από της διενεργείας πράξεων επί του ιδίου πράγματος αυτού και έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη, ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση των εξουσιών του από την κυριότητα επί του πράγματος (ΑΠ 1062 /2006).  

Β. Διατάραξη της κυριότητας αποτελούν και οι από το γειτονικό ακίνητο εκπομπές, καπνού, αιθάλης, αναθυμιάσεων, θερμότητας, θορύβου, δονήσεων, σκόνης, ηλεκτρικής ή μαγνητικής ενεργείας, εκτυφλωτικού φωτός, υγρασίας, ψύξης κλπ, εφ όσον παραβλάπτουν ουσιωδώς την χρήση του ακινήτου και δεν είναι συνήθεις στην περιοχή. Το ζήτημα αν κάποια ουσιώδης επενέργεια είναι σύνηθες για τα ακίνητα της περιοχής του βλάπτοντος κτήματος κρίνεται από τη φύση του και την τοποθεσία που αυτό βρίσκεται (ΑΠ 626 /2005).

Γ. Ο διαταρασσόμενος κύριος από τις παραπάνω εκπομπές προστατεύεται α) με την έγερση αρνητικής αγωγής (ΑΚ 989), ή β) με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 733-734 ΚΠολΔ, αξιώνοντας την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής εις το μέλλον

Δ. Τόσο η αρνητική αγωγή, όσο και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, απευθύνονται εναντίον οιασδήποτε διαταρακτικής πράξης που προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητος του βλαπτομένου κυρίου, ή συγκυρίου, ανεξαρτήτως εάν ο διαταράττων συνδέεται ως κύριος, ή κάτοχος με κάποιο γειτονικό ακίνητο. Αν ο διαταράττων τυγχάνει συγκύριος γειτονικού ακινήτου, η αγωγή δύναται να στραφεί εναντίον μόνον αυτού και δεν απαιτείται να απευθυνθεί υποχρεωτικώς εναντίον των λοιπών συγκυρίων, καθώς μεταξύ τούτων δεν υφίσταται αναγκαστική, αλλά απλή ομοδικία (βλ. ΑΠ 49 /1998, ΜονΠρΠειρ  530/2018).

Ε. Εφ όσον η διαταρακτική ενέργεια επί του βλαπτομένου ακινήτου συνιστά και αδικοπραξία, δύναται ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης να επιδιώξει την αποκατάσταση της υλικής ζημίας του και την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του (ΕφΛαρ 530/2008, ΕφΑθ 1182/1985).

ΣΤ. Οι παραπάνω υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15 αριθ. 3 ΚΠολΔ υπάγονται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς.