Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 540 ΑΚ στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα, ο αγοραστής δικαιούται κατ` επιλογήν του

α) Να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, την διόρθωση, ή αντικατάσταση, του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες. Ο πωλητής οφείλει να πραγματοποιήσει τη διόρθωση ή την αντικατάσταση σε εύλογο χρόνο και χωρίς σημαντική ενόχληση του αγοραστή.

β) Να μειώσει το τίμημα.

γ) Να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Β. Ως πραγματικό ελάττωμα χαρακτηρίζεται η ατέλεια του πράγματος που αφορά την ιδιοσυγκρασία, ή την κατάσταση, του πωλουμένου πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κίνδυνου στον αγοραστή και ότι η ατέλεια αυτή έχει αρνητική επίδραση πάνω στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού (ΕφΘεσ 383/2011).

Γ. Για να γεννηθεί ευθύνη του πωλητή πρέπει το πραγματικό ελάττωμα, να λείπει κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου (άρθρο 537 παρ. 1 ΑΚ), που προσδιορίζεται στα άρθρα 522-524 ΑΚ, δηλαδή κατά κανόνα κατά το χρόνο της παραδόσεως του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή (ΑΠ 1391/2010, ΑΠ 84/2020).

Δ. Από τα ανωτέρω δικαιώματα του αγοραστή, η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν, ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης. Οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Ε. Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή, από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρ. 70 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 560/2017, ΑΠ 663/2016, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 733/2001).

Ζ. Tα εκ του άρθρου 540 ΑΚ χορηγούμενα στον αγοραστή δικαιώματα και αξιώσεις  δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά, αλλά ο αγοραστής έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να επιλέξει μία από αυτές και να την ασκήσει, γιατί κατά την διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί διαζευκτικής συρροής αξιώσεων, η επιλογή, που θα γίνει μία φορά είναι αμετάκλητη.

Η. Όσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης, ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα, όμως, παρέμεινε.

Θ. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αντικατάστασης του πωληθέντος πράγματος. Τούτο σαφώς συνάγεται, τόσο από τη διάταξη του άρθρου 541 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «Ο αγοραστής μπορεί, αν διαπιστωθεί αργότερα και άλλο ελάττωμα, να ασκήσει εκ νέου ένα από τα δικαιώματα» του άρθρου 540 ΑΚ, όσο και από την τελολογία των οικείων διατάξεων, δεδομένου ότι η αξίωση διόρθωσης, ή αντικατάστασης, ως αξίωση μετεκπληρώσεως της σύμβασης, παρέχει μία επιπλέον δυνατότητα στον πωλητή, πριν την άσκηση των λοιπών δραστικότερων δικαιωμάτων από μέρους του αγοραστή, να εκπληρώσει προσηκόντως τη σύμβαση, διορθώνοντας το ελάττωμα, ή αντικαθιστώντας το ελαττωματικό πράγμα (ΑΠ 1636/2014, ΑΠ 575/2013, ΑΠ 1231/2019, ΑΠ 1391/2010, ΑΠ 84/2020).