Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1188 ΑΚ πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, που να παρέχει κάποια εξουσία, ή χρησιμότητα, υπέρ ορισμένου προσώπου, δηλαδή  περιορισμένες προσωπικές δουλείες. Οι δουλείες αυτές μπορούν να συνίστανται και σε οτιδήποτε αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας. Επομένως περιορισμένη προσωπική δουλεία είναι κάθε δουλεία, εκτός από την επικαρπία και την οίκηση, η οποία παρέχει υπέρ κάποιου προσώπου ορισμένη εξουσία, ή χρησιμότητα, σε αλλότριο ακίνητο. Πρόκειται για εμπράγματο δικαίωμα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο υπάρχει όχι για χάρη του δεσπόζοντος ακινήτου, αλλά για χάρη ορισμένου φυσικού, ή νομικού, προσώπου (ΑΠ 1796/2009).

Β. Οι περιορισμένες προσωπικές δουλείες ομοιάζουν μεν προς τις προσωπικές δουλειές (επικαρπία και οίκηση), γιατί συνιστώνται υπέρ ορισμένου προσώπου, πλησιάζουν, όμως, περισσότερο προς τις πραγματικές, γιατί συνίστανται σε κάποια ειδική επωφελή χρησιμοποίηση επί αλλότριου ακινήτου, όπως οι πραγματικές δουλείες.

Γ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1188, 1191, 1121 και 1033 ΑΚ συνάγεται ότι οι περιορισμένες προσωπικές δουλείες  συνιστώνται όπως και οι πραγματικές δουλείες, στο βαθμό που λαμβάνεται υπ όψιν η ανυπαρξία δεσπόζοντος ακινήτου στις περιορισμένες προσωπικές δουλείες και άρα το ανεφάρμοστο των όρων των διατάξεων, που προϋποθέτουν ύπαρξη δεσπόζοντος, ως ασυμβίβαστων προς τη φύση των περιορισμένων προσωπικών δουλειών (ΕφΑθ 3867/2001).

Δ. Η σύσταση περιορισμένης προσωπικής δουλείας μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/88, ΑΠ 271/2007, ΕφΑθ 3867/2001).

α) με σύμβαση του κυρίου του ακινήτου και του δικαιούχου, που είναι ουσιώδης και υπόκειται σε μεταγραφή,

β) με διάταξη τελευταίας βούλησης, που, επίσης, υπόκειται σε μεταγραφή,

γ) με τακτική, ή έκτακτη, χρησικτησία, εφ όσον το ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας και

δ) με δικαστική απόφαση, μόνο, όμως, σε περίπτωση δικαστικής διανομής (άρθρο 481 αριθ. 2 ΚΠολΔ).

Ε. Περιορισμένη προσωπική δουλεία μπορεί να συσταθεί και από τον νόμο, απ ευθείας υπέρ του δικαιούχου, όπως πχ στην περίπτωση των περιορισμών της κυριότητας από το νόμο υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, που επιτρέπουν σε τέτοιες επιχειρήσεις την κατασκευή, διατήρηση, συντήρηση και χρήση κατασκευών, συνδέσεων, καλωδίων, στύλων, πύργων ρεύματος υψηλής τάσης κλπ. πάνω σε ιδιωτικά ακίνητα, αλλά και με πράξη της πολιτείας, όπως με αναγκαστική απαλλοτρίωση (ΕφΑθ 8162/1995, ΕφΑθ 4109/1990.

ΣΤ. Η περιορισμένη προσωπική δουλεία, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη (άρθρο 1190 ΑΚ).

Ζ. Η περιορισμένη προσωπική δουλεία προστατεύεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1191 ΑΚ, με την εμπράγματη αγωγή του άρθρου 1132 ΑΚ, της οποίας βάση είναι η ύπαρξη και η προσβολή του δικαιώματος της δουλείας, ενώ αίτημα η αναγνώριση του δικαιώματος της δουλείας, η άρση της προσβολής και η παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης του δικαιώματος του ενάγοντα.

Η. Ως ενάγων νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή ο δικαιούχος της δουλείας, ενώ εναγόμενος είναι ο προσβολέας, είτε κύριος του δουλεύοντος ακινήτου, είτε οποιοσδήποτε τρίτος, είτε ασκεί, ή αντιποιείται, δικαίωμα στο δουλεύον ακίνητο, εμπράγματο, ή ενοχικό, είτε όχι (ΑΠ 669/1976, ΜονΠρΘεσ 13260/2007).

Θ. Για να είναι πλήρης και ορισμένη η αγωγή του δικαιούχου περί αναγνώρισης του δικαιώματός του περιορισμένης προσωπικής δουλείας επί ακινήτου, η οποία έχει συσταθεί με σύμβαση, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, η κατάρτιση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβλήθηκε σε μεταγραφή, η σύμβαση που περιέχει τη συμφωνία περί σύστασης της δουλείας, η ενοχική σύμβαση (πώληση, ανταλλαγή κλπ) που αποτέλεσε την αιτία της σύστασης της δουλείας και ότι εκείνος που παραχώρησε την δουλεία ήταν κύριος του δουλεύοντος ακινήτου (ΑΠ 271/2007).

Ι. Η ύπαρξη του δικαιώματος της δουλείας αποδεικνύεται με την απόδειξη του τρόπου κτήσης της κυριότητας του δικαιούχου της δουλείας στο δεσπόζον ακίνητο, στην περίπτωση δε της συμβατικής σύστασης της δουλείας, του τρόπου κτήσης της κυριότητας του παραχωρήσαντος τη δουλεία πάνω στο δουλεύον ακίνητο, καθώς, επίσης και του τρόπου κτήσης της δουλείας ((ΕφΑθ 3867/2001

ΙΑ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1134, 1135, 1136, 1137 και 1138 1188, 1189, 1190 και 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η περιορισμένη προσωπική δουλεία αποσβήνεται,

α)  με μονομερή δήλωση παραίτησης του δικαιούχου, που γίνεται, είτε με διαθήκη, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, που υποβάλλεται σε μεταγραφή,

β) με ολική καταστροφή του δουλεύοντος ακινήτου,

γ) όταν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς,

δ) όταν η κυριότητα του δουλεύοντος ακινήτου περιέλθει στο ίδιο πρόσωπο,

ε) λόγω εικοσαετούς αχρησίας

στ) με τον θάνατο του δικαιούχου, ή αν εξέλιπε το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου συνεστήθη η περιορισμένη προσωπική δουλεία.   

ΙΒ. Αδυναμία άσκησης της περιορισμένης προσωπικής δουλείας υπάρχει και όταν έπαυσε η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφέλειας, ή χρησιμότητας υπέρ του προσώπου υπέρ του οποίου συστήθηκε η δουλεία, εφ όσον η ύπαρξη της ωφέλειας, ή χρησιμότητας, αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

ΙΓ. Αν μειώθηκε η άσκηση της δουλείας, αλλά είναι δυνατή η περιορισμένη άσκησή της, διατηρείται η δουλεία ακέραιη και στο σύνολό της, λόγω του, κατά τα άρθρα 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, αδιαιρέτου αυτής, πράγμα που συμβαίνει και στην περίπτωση της για οποιοδήποτε λόγο παροδικής παύσης της χρησιμότητας του δουλεύοντος ακινήτου (ΑΠ 271/2007, ΑΠ 868/2005). Δεν εξετάζεται αν η αδυναμία άσκησης της δουλείας οφείλεται σε φυσικό αίτιο, ή σε ενέργεια τρίτου, έστω και υπαίτια, ούτε αν υπήρξε συναίνεση του δικαιούχου της δουλείας. Η αδυναμία πρέπει να έχει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, χαρακτήρα απόλυτο και διαρκή. Δεν συνιστά αδυναμία η απλή παρεμπόδιση της άσκησης της δουλείας, οπότε χωρεί αγωγή για την προστασία της (άρθρο 1132 ΑΚ). Δεν υπάρχει αδυναμία, όταν μπορεί με μέτρα σχετικά ευχερή να αρθεί, ώστε να αποκατασταθεί η άσκηση της δουλείας. Εφ όσον, η αδυναμία είναι απόλυτη και διαρκής, η απόσβεση της δουλείας είναι οριστική, δηλαδή, δεν αναβιώνει στην περίπτωση, που από έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους, αρθεί η εν λόγω αδυναμία (ΑΠ 972/1979, ΑΠ 28/1999, ΑΠ 1193/1997).

ΙΔ. Στις περιορισμένες προσωπικές δουλείες, που ασκούνται κατά διαλείμματα, η εικοσαετής αχρησία αρχίζει από την τελευταία άσκηση, ενώ στις δουλείες των οποίων το περιεχόμενο συνίσταται σε συνεχή άσκηση, η εικοσαετία αρχίζει, αφ ότου έγινε κατασκεύασμα στο δουλεύον ακίνητο, που εμποδίζει την άσκηση της δουλείας. Εν όσω δεν έχει γίνει τέτοιο κατασκεύασμα, η δουλεία διατηρείται και η αχρησία δεν αρχίζει, ενώ είναι αδιάφορο εάν το διακωλυτικό κατασκεύασμα έγινε από τον ίδιο τον κύριο του δουλεύοντος, ή από τρίτο και μάλιστα χωρίς δικαίωμα (πρβ ΠολΠρΡοδ 263/2000).

ΙΕ. Εάν πρόκειται για συνεχή δουλεία, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου βαρύνεται με την απόδειξη της μη άσκησης της δουλείας, ενώ αν πρόκειται για διαλείπουσα, ο δικαιούχος της δουλείας πρέπει να αποδείξει ότι άσκησε την δουλεία (πρβ ΠολΠρΡοδ 263/2000).